Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΩΜΑΣ


     Ο άγιος απόστολος Θωμάς, ο λεγόμενος «Δίδυμος» –έτσι όπως ακριβώς μεταφράζεται στα ελληνικά η εβραϊκή λέξη «toma»–, γεννήθηκε στην Ιουδαία από πτωχούς γονείς, οι οποίοι όμως του μετέδωσαν την μεγάλη ευλάβειά τους προς τον Μωσαϊκό Νόμο. Ήδη από νεαρή ηλικία απέφευγε τα θορυβώδη παιγνίδια των συνομηλίκων του και αφιερωνόταν στην ανάγνωση και στην μελέτη της Γραφής. Η γνώση αυτή του λόγου του Θεού και η καλή προαίρεσή του τον βοήθησαν, μόλις τον κάλεσε ο Κύριος, να Τον αναγνωρίσει χωρίς δισταγμό ως τον Μεσσία τον Οποίον είχαν προαναγγείλει οι προφήτες και να Τον ακολουθήσει. Άφησε αμέσως την βάρκα και τα δίχτυα και έγινε ένας από τους δώδεκα μαθητές. Διώχθηκε, λιθοβολήθηκε από τους Εβραίους, ακολούθησε όμως παντού τον Κύριο με τόσο θερμό ζήλο ώστε, όταν ο Χριστός πορευόταν προς τα Ιεροσόλυμα για να παραδοθεί σ’ εκείνους που θα Τον σταύρωναν, ο Θωμάς είπε στους άλλους μαθητές: «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του» (βλ. Ιωάν. 11, 16).

     Όταν αργότερα ο Σωτήρ του κόσμου νίκησε τον θάνατο και ανέστη εκ του τάφου, τότε παρουσιάσθηκε «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» στους μαθητές που ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», και τους γέμισε χαρά, δείχνοντας στο Σώμα Του τα σημεία του Πάθους. Κατά παραχώρηση της θείας προνοίας ο Θωμάς δεν ήταν την ώρα εκείνη μαζί τους. Μόλις επέστρεψε, οι υπόλοιποι μαθητές τού διηγήθηκαν ότι είδαν τον αναστάντα Κύριο, αλλά εκείνος δεν θέλησε να τους πιστεύσει. Ο Κύριος, όμως, λόγω της αφάτου μακροθυμίας Του, εμφανίσθηκε ξανά στους μαθητές μετά από μία εβδομάδα και κάλεσε τον Θωμά να θέσει τον δάκτυλό του στον τύπο των ήλων και στην λογχισμένη πλευρά Του και να διαπιστώσει ότι πράγματι αναστήθηκε. Έτσι, επανόρθωσε την ολιγοπιστία του Αποστόλου, και μας δίδαξε ότι και εμείς καλούμαστε να θέτουμε τον δάκτυλο –όχι σωματικώς αλλά πνευματικώς– στην πλευρά Του και να ποτιζόμαστε από την αναβλύζουσα χάρη (Ιωάν. 20, 19-29). Γι’ αυτό τον λόγο, η Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι μόνο δεν καταδικάζει τον Θωμά, αλλά τιμά την «μακαρίαν αὐτοῦ ἀπιστίαν» την πρώτη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα.


       Μετά την Ανάσταση, την ημέρα της Πεντηκοστής που το Άγιον Πνεύμα κατέβηκε και κάθισε σαν πύρινες γλώσσες επάνω στους αγίους Αποστόλους, μαζί τους ήταν και ο Θωμάς. Επληρώθη τότε θείας δυνάμεως, για να κηρύξει τον λόγο του Θεού στις μακρινές περιοχές των Μήδων και των Πάρθων (σημ. Ιράν) και στην Ινδία. Εν τω μεταξύ, την εποχή εκείνη βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα κάποιος άνθρωπος ονόματι Αμβανής, ο οποίος έψαχνε να βρει έναν αρχιτέκτονα ικανό να κτίσει το ανάκτορο του βασιλιά των Ινδών. Το ανάκτορο αυτό έπρεπε να ξεπερνά σε μεγαλοπρέπεια, πλούτο και ομορφιά όλα εκείνα των προκατόχων του.

     Αφού ο Θωμάς πληροφορήθηκε από τον Κύριο ότι αυτή ήταν η οδός που του είχε επιφυλαχθεί ως αρχή της αποστολής του, παρουσιάσθηκε στον Αμβανή ως δούλος έμπειρος στην οικοδομική τέχνη. Επιβιβάσθηκαν και οι δύο σε ένα πλοίο και έφθασαν στην Ινδία. Ο Θωμάς παρουσιάσθηκε αμέσως ενώπιον του βασιλιά Γουνδιαφόρου και του υποσχέθηκε να του οικοδομήσει, όπου εκείνος επιθυμούσε, ένα μεγαλειώδες ανάκτορο. Ο βασιλιάς ενθουσιάσθηκε από το σχέδιο που του παρουσίασε ο Απόστολος, του έδωσε πολλά χρήματα, χρυσό και ασήμι για τις οικοδομικές εργασίες, και πήγε για μια τριετία στις απομακρυσμένες επαρχίες του βασιλείου του.

     Μόλις ο Θωμάς πήρε στα χέρια του όλον αυτό τον θησαυρό, έσπευσε να τον μοιράσει κρυφά στους αναρίθμητους πτωχούς και πεινασμένους, για τους οποίους ο βασιλιάς και οι αυλικοί του παντελώς αδιαφορούσαν. Τα θαύματα επίσης και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, που συνόδευαν τις ελεημοσύνες του, είχαν ως αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός ειδωλολατρών να ασπασθούν την Πίστη του Χριστού. Επιστρέφοντας ο βασιλιάς, τον ρώτησε πώς προχωρούν οι εργασίες, και ο Θωμάς τού ζήτησε επιπλέον χρήματα για να τελειώσει δήθεν την στέγη. Πανευτυχής ο βασιλιάς τού τα έστειλε χωρίς καθόλου να υποψιάζεται ότι ο Απόστολος μοίραζε τα χρήματα στους γύρω του που τα είχαν ανάγκη.

     Φοβερή όμως ήταν η οργή του, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Θωμάς τον εξαπάτησε και ότι το χρυσάφι και το ασήμι του τα μοίραζε ελεημοσύνη. Διέταξε τότε αμέσως να τον ρίξουν σε έναν βαθύ λάκκο και του επιφύλασσε τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Αλλά το ίδιο βράδυ, ο αδελφός του βασιλιά, ο οποίος αρρώστησε από την λύπη του μόλις έμαθε ότι τα χρήματα του αδελφού του μοιράσθηκαν στους πτωχούς, είδε σε όραμα άγγελο Κυρίου να του δείχνει ένα περίφημο ανάκτορο στην αιώνια βασιλεία των δικαίων, λέγοντας: «Ιδού, το ανάκτορο που περιμένει τον αδελφό σου· είναι αυτό που έκτισε ο απόστολος Θωμάς!». Όταν συνήλθε, διηγήθηκε στον αδελφό του Γουνδιαφόρο τα όσα είδε, υπογραμμίζοντάς του πόσο πιο υπέροχο ανάκτορο από όλα τα επίγεια κτίσματα τού είχε κτίσει ο Θωμάς στον ουρανό. Ο βασιλιάς εξεπλάγη, μετανόησε, έδωσε εντολή να βγάλουν τον Απόστολο από την φυλακή και ζήτησε και αυτός και ο αδελφός του να βαπτισθούν.


     Εν συνεχεία, ο άγιος Θωμάς πήγε σε άλλο βασίλειο, όπου βασίλευε ακόμη μεγαλύτερη βία, βαρβαρότητα και ασέβεια. Παρ’ όλ’ αυτά, χάρη στην δύναμη του Αγίου Πνεύματος, κατόρθωσε να εκλύσει στην ευσέβεια την βασίλισσα Τέρτια, τον γιο της Αζάνη και τις δύο κόρες της, Μυγδονία και Μαρκία. Αφού τους βάπτισε και αυτούς, τους δίδαξε να ακολουθούν την οδό της τελειότητας κάνοντας άσκηση και αποκτώντας πλήρη αγνότητα. Επειδή όμως αυτός ο τρόπος ζωής ήταν ξένος και ακατανόητος για τον αναίσχυντο ηγεμόνα, προκάλεσε αμέσως την οργή και την μανία του. Διέταξε να συλλάβουν τον Θωμά και έστειλε πέντε στρατιώτες να τον οδηγήσουν έξω από την πόλη Μαϊλαπούρ (προάστειο του σημερινού Μεδράς), όπου και τον θανάτωσαν τρυπώντας τον με λόγχες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άγιος εξεδήμησε προς τον Κύριο, για να απολαμβάνει αιωνίως την παρουσία Του.

     Ο απόστολος Θωμάς τιμάται ως ιδρυτής της Εκκλησίας των Ινδών. Από τον 3ο αιώνα μαρτυρείται το προσκύνημα στον τάφο του Αποστόλου στην Έδεσσα της Συρίας, της οποίας ήταν πολιούχος. Αλλά, κατά μία άλλη παράδοση, που την αναφέρει ο άγιος Εφραίμ, φαίνεται ότι εκεί φυλασσόταν και ένα τμήμα από το τίμιο λείψανο του Αποστόλου, που είχε μεταφερθεί από έναν έμπορο. Η κάρα του Αποστόλου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄.
πόστολε ἅγιε Θωμᾶ,
πρέσβευε
τῷ ἐλεήμονι Θεῷ,
ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν,
παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς θεῖος Ἀπόστολος,
θεολογίας κρουνούς,
ἐνθέως ἐξήντλησας,
ἐκ λογχονύκτου πλευρᾶς,
Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ὅθεν τῆς εὐσεβείας,
κατασπείρας τὸν λόγον,
ἔλαμψας ἐν Ἰνδίᾳ,
ὡς ἀκτὶς οὐρανία,
Θωμᾶ τῶν Ἀποστόλων,
τὸ θεῖον ἀγλάϊσμα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
τῆς θείας χάριτος
πεπληρωμένος,
τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος,
καὶ ὑπηρέτης ἀληθής,
ἐν μετανοίᾳ ἐκραύγαζε·
Σύ μου ὑπάρχεις,
Θεός τε καὶ Κύριος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς κοινωνὸς
τοῦ ἐκ πλευρᾶς
ἄφεσιν βλύσαντος,
τοῦ ζωηφόρου ὁμοιώματος
ἐτρύφησας,
λογχευθεὶς
Θωμᾶ πανεύφημε
τὴν πλευράν σου.
Ἀλλ’ ὡς Μάρτυς
καὶ Ἀπόστολος θεόληπτος,
σεσωσμένους
τῷ Δεσπότῃ σου
προσάγαγε,
τοὺς βοῶντάς σοι·
χαίροις, μάκαρ Ἀπόστολε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τῇ χειρὶ
ἁψάμενος τῆς πλευρᾶς,
τοῦ βλύσαντος κόσμῳ,
ἀθανάτου ζωῆς κρουνούς,
ἐξ αὐτῆς ἐδέξω,
δογμάτων θεῖα ῥεῖθρα,
δι’ ὧν ψυχὰς ἀρδεύεις,
Θωμᾶ Ἀπόστολε.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 2ος, Μήνας Οκτώβριος,
σελ. 64–68.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια – Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ


     Ο αββάς Ισαάκ, ο πρίγκιπας των ερημιτών και μέγας διδάσκαλος της μυστικής ζωής, γεννήθηκε κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα, στον Μπέιτ Κατραγιέ, στην περιοχή του Κατάρ, στην νότια άκρη του Περσικού Κόλπου. Νέος ακόμη εισήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Λαύρα του Αγίου Ματθαίου και, αφού προόδευσε αρκούντως στην οδό των αρετών, στην υπακοή και στην γνώση των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε στην ησυχία. Απαλλαγμένος από κάθε δεσμό με τον κόσμο, καθάρισε τον νου του με νηστεία, αγρυπνίες, αδιάλειπτα δάκρυα και προσευχή. Ο αδελφός του όμως εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και δεν έπαυε να τον πιέζει να επιστρέψει στην Λαύρα για την πνευματική ωφέλεια των αδελφών.

     Η φήμη του αγίου αναχωρητή έφθασε ως την Νινευί και οι πιστοί αυτής της ονομαστής πόλης κατόρθωσαν να πείσουν τον καθολικό (αρχιεπίσκοπο) Γιβαρτζή να τον χειροτονήσει επίσκοπο (περί το 648). Ο Ισαάκ υπάκουσε στο θέλημα του Θεού και άρχισε να καθοδηγεί με πολλή σοφία το πνευματικό του ποίμνιο. Δεν είχαν όμως περάσει ούτε πέντε μήνες, όταν δύο πιστοί που τον είχαν παρακαλέσει να λύσει τη διαφορά τους σχετικά με την εξόφληση ενός δανείου, απέρριψαν τις συμβουλές του και του είπαν: «Άσε για την ώρα στην άκρη τις διδαχές του Ευαγγελίου!». Αυτό ήταν αρκετό για να αποφασίσει ο άνθρωπος του Θεού να επιστρέψει πίσω στην έρημο, λέγοντας: «Εάν το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να είναι εδώ παρόν, τι ήλθα να κάνω;». Παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποσύρθηκε στο όρος Ματούτ, στην περιοχή του Μπέιτ Χουζάγιε (σημ. Κουρδιστάν), όπου εγκαταβίωναν πολλοί ασκητές και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή Αββά Σαμπούρ, στο όρος Τσουχτάρ (βόρειο Κουρδιστάν).


     Μελετούσε την Αγία Γραφή με τόσο ζήλο και έχυνε τόσα δάκρυα που έχασε το φως του. Αποξενωμένος από τον κόσμο, δεν έτρωγε παρά τρεις άρτους την εβδομάδα με μερικά λαχανικά, χωρίς ποτέ ν’ αγγίζει μαγειρεμένο φαγητό και η καρδία του φλεγόταν από αγάπη για όλους τους αδελφούς του, κάνοντας να αναβλύζουν σαν ζωογόνα νάματα ουράνιες διδαχές, τις οποίες κατέγραφαν οι μαθητές του.

     «Αγαπητοί», έγραφε, «έγινα πια μωρός, γιατί δεν αντέχω άλλο να κρύψω στη σιωπή το μυστήριο του Θεού, αλλά τουναντίον γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών!» (Λόγος ΛΗ΄). Με ασύγκριτη τέχνη και λεπτότητα, μοναδική σε όλη την πατερική γραμματεία, περιγράφει όλες τις καταστάσεις της ψυχής που πορεύεται προς την λύτρωση και την ένωσή της με τον Θεό. «Πολλές φορές όταν τα έγραφα όλα αυτά, δεν είχαν δύναμη τα δάχτυλά μου να γράψουν πάνω στο χαρτί, μην αντέχοντας από την πνευματική ηδονή που ερχόταν και πλημμύριζε την καρδιά μου και έπαυε την λειτουργία των αισθήσεων» (όπ.π.).

     Το βιβλίο του αγίου Ισαάκ δεν αποτελεί συστηματική πραγματεία, αλλά είναι μάλλον μια μόνιμη πρόσκληση για προσευχή, ένα εφαλτήριο απ’ όπου η ψυχή φτερουγίζει προς την Βασιλεία του Θεού. Κατά τον αββά Ισαάκ, το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης από την υποδούλωση στον κόσμο και στα πάθη είναι η πίστη. Με την πίστη ο άνθρωπος αφυπνίζεται και αρχίζει τότε το έργο με την αποταγή, την νηστεία, την νίψη, την μελέτη της Αγίας Γραφής, την αγρυπνία και την προσευχή. Με την πίστη, που συνοδεύεται από αυτές τις ενάρετες πράξεις, μπορεί να εισέλθει μέσα του και να βρει στην καρδιά του την θύρα του ουρανού: «Ειρήνευσε μέσα σου και θα ειρηνεύσουν με σένα ο ουρανός και η γη. Κοίταξε να μπεις μέσα στο δωμάτιο που βρίσκεται εντός σου και θα αντικρίσεις μετά και τον χώρο τ’ ουρανού. Το ίδιο και το αυτό είναι το ένα και το άλλο. Με την ίδια είσοδο που θα κάνεις, θα βλέπεις και τα δύο ταυτόχρονα. Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σου κρυμμένη στην ψυχή σου. Βούτηξε τον εαυτό σου μέσα στον καθαρμό από την αμαρτία και θα βρεις απ’ αυτόν αναβάσεις που μπορείς ν’ ανέβεις» (Λόγος Λ΄).


     Έχοντας ασπασθεί την ησυχαστική ζωή και την σιωπή –η οποία «είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος» (Επιστολή Γ΄)– ο μοναχός (αλλά και κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός) θα δει να αναδύονται μέσα του χωρίς προσπάθεια θαυμαστά που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει. Με την κάθαρση της καρδίας θα δυνηθεί να φθάσει και να προοδεύσει αδιάκοπα στην ταπείνωση, την αρετή που αποτελεί την «στολή της θεότητας», διότι αυτήν ακριβώς ενδύθηκε ο Λόγος του Θεού για να γίνει άνθρωπος (Λόγος Κ΄). «Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο κανένας δεν τον μισεί, κανένας δεν τον επιπλήττει με λόγια, κανένας δεν τον καταφρονεί. Γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά ο δικός του ο Δεσπότης Χριστός κι έτσι αγαπιέται απ’ όλους· όλους τους αγαπά κι όλοι τον αγαπούν· όλοι τον θέλουν και όπου κι αν περάσει σαν άγγελο του φωτός τον βλέπουν. Ένας τέτοιος ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τ’ άγρια θηρία και με το που τον βλέπουν αυτά αμέσως ημερεύει η αγριότητά τους και τον πλησιάζουν σαν να είναι αυτός ο κύριός τους, με το κεφάλι κατεβασμένο γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Γιατί αισθάνθηκαν σ’ αυτόν τον ταπεινό άνθρωπο εκείνη την ευωδία που έβγαινε από τον Αδάμ πριν την παρακοή» (Λόγος Κ΄). Η ταπείνωση περικλείει όλες τις άλλες αρετές και μας παρέχει την καθαρότητα, η οποία μας κάνει να θεωρούμε τους πάντες καλούς ή αθώους (Λόγος ΜΘ΄).

     Προοδεύοντας στην ταπείνωση ο ησυχαστής θα αποκτήσει εμπειρία των διαδοχικών βαθμών της προσευχής, οι οποίοι οδηγούν από την επώδυνη προσευχή της μετανοίας στα εκούσια δάκρυα και, από εκεί, στα αυθόρμητα και αδιάκοπα δάκρυα που καθαρίζουν και φωτίζουν τον νου και που οδηγούν προς την καθαρά προσευχή. Κατόπιν, όταν φθάσει στην κατάσταση πέραν της προσευχής, πέρα από κάθε κίνηση και φθαρτή πραγματικότητα, τότε θα δει τον Θεό και θα εισέλθει στην Βασιλεία Του.

     Καρπός της προσευχής και σκοπός της, πάντα κατά τον αββά Ισαάκ, είναι η ένωση με τον Θεό εν αγάπη. Μετά από μακρά περίοδο ησυχαστικής βιοτής και μετά από συχνές επισκέψεις της θείας Χάριτος, ο καθαρμένος και ειρηνεμένος άνθρωπος θα γίνει για όλους ζωντανή εικόνα της αγάπης του Θεού και της ευσπλαχνίας Του.


     «Και τι σημαίνει ελεήμων καρδιά; τον ρώτησαν. Και είπε: Το να καίγεται κάποιος για όλη την κτίση· για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, ακόμη και για τους δαίμονες, αλλά και για κάθε κτίσμα. Και μόνο από την μνήμη και την θεωρία τους, χύνουν οι οφθαλμοί του άφθονα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή ελεημοσύνη που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή καρτερία που δείχνει σε όλους, σμικρύνεται η καρδιά με την ταπείνωση και δεν μπορεί να βαστάξει ν’ ακούσει ή ν’ αντικρίσει την παραμικρή βλάβη ή λύπη να γίνεται κάπου στην κτίση. Γι’ αυτό τον λόγο και κάθε ώρα και στιγμή προσφέρει με δάκρυα ευχή για όλα τα άλογα όντα, για τους εχθρούς της αλήθειας, γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους φυλάξει· το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ερπετό στη γη, κι όλα αυτά από την πολλή ελεημοσύνη που κινεί άμετρα την καρδιά του, σύμφωνα με την κατάσταση της ομοιότητας του Θεού στην οποία έχει φτάσει και την οποία βιώνει» (Λόγος ΠΑ΄).

     Από μαρτυρίες ορισμένων χειρογράφων φαίνεται ότι η μνήμη του αγίου Ισαάκ εορταζόταν στο Άγιον Όρος στις 28 Σεπτεμβρίου. Μεταφέρθηκε κατόπιν στις 28 Ιανουαρίου για να συνδεθεί με εκείνη του αγίου Εφραίμ, αλλά τελικά δεν διατηρήθηκε στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, ενώ μνημονευόταν στην ρωσική Εκκλησία. Ο αββάς Ισαάκ ανήκε στην συριακή Εκκλησία της Ανατολής, η οποία λόγω της απομόνωσής της εν μέσω της περσικής αυτοκρατορίας δεν ακολούθησε τις εξελίξεις του χριστολογικού δόγματος και έμεινε προσκολλημένη στην διδασκαλία του Θεόδωρου Μοψουεστίας, διδασκάλου του Νεστορίου. Μολονότι δεν απείχε από την διδασκαλία του Θεοδώρου, η περσική Εκκλησία ήταν ξένη στην αντίληψη του Νεστορίου περί «δύο υιών» και κατά ακυριολεξία αποκαλείται «νεστοριανή». Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αββά Ισαάκ δεν φέρουν κανένα ίχνος χριστολογικής αίρεσης και η σπουδαία θέση που κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση δικαιολογεί την σεβάσμια μνήμη που του αφιερώνεται.

     Το βιβλίο του αββά Ισαάκ μαζί με την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου [30 Μαρτ.–Δ΄ Κυριακή Νηστειών] είναι ο απαραίτητος οδηγός κάθε ορθόδοξης ψυχής για να βαδίσει προς τον Θεό με ασφάλεια. Γι’ αυτό και ένας σύγχρονος Γέροντας, ο Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966), συμβούλευε να μην διστάσουμε ακόμη και να ζητιανέψουμε για να αποκτήσουμε ένα αντίτυπο των έργων του αββά Ισαάκ.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ρετῶν ταῖς ἀκτίσι
καταλαμπόμενος,
τῆς ἐν Χριστῷ πολιτείας
φωστὴρ πολύφωτος,
θεοφόρε Ἰσαὰκ
ὤφθης ἐν Πνεύματι,
καὶ κατευθύνεις ἀσφαλῶς,
σωτηρίας πρὸς ὁδόν,
διδάγμασι θεοπνεύστοις,
τοὺς εὐφημοῦντάς σε Πάτερ,
ὡς τοῦ Χριστοῦ
θεῖον θεράποντα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχω.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σου
μακάριε,
τοῦ Παρακλήτου
ἀνεδείχθης θεῖον ὄργανον,
Ἰσαὰκ καὶ μοναζόντων
τύπος ἐν πᾶσιν.
Ἀλλ’ ὡς χάριτος
τῆς θείας ἐνδιαίτημα,
χάριν αἴτησαι ἡμῖν
καὶ φῶς οὐράνιον,
τοῖς βοῶσί σοι·
χαίροις Πάτερ θεόσοφε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ἡσυχίας
θεῖος κανών·
χαίροις μοναζόντων,
ὁ διδάσκαλος ὁ σοφός·
χαίροις ὁ παρέχων,
τὰ πρόσφορα ἑκάστῳ,
τῆς χάριτος τῷ λόγῳ,
Ἰσαὰκ Ὅσιε.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
σελ. 331–335.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
μεταφορά των χωρίων στη δημοτική,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Οι περιπέτειες του μαθητού της αγάπης


     Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος καταγόταν από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας, άσημη κώμη στα παράλια της λίμνης Γενησαρέτ. Ήταν υιός του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, θυγατέρας του Μνήστορος της Θεοτόκου Ιωσήφ [26-31 Δεκ.]. Γι’ αυτό και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θεωρείται κατά σάρκα θείος του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ως ετεροθαλής αδελφός της μητέρας του Σαλώμης [3 Αυγ.]. Η ευσεβής αυτή γυναίκα ήταν μία από τις Μυροφόρες.

     Ο Ιωάννης μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ιάκωβο [30 Απρ.] βοηθούσαν τον πατέρα τους στο ψάρεμα, ήταν δε συνέταιροι με τους αδελφούς Πέτρο [29 Ιουν.] και Ανδρέα [30 Νοεμ.]. Γαλουχημένοι και οι τέσσερις με την προσδοκία της έλευσης του Μεσσία, στην αρχή, μαζί με άλλους ζηλωτές συμπατριώτες τους, μεταξύ των οποίων ο Φίλιππος [14 Νοεμ.] και ο Ναθαναήλ [22 Απρ.], έγιναν μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού [7 Ιαν.], ο οποίος κήρυττε βάπτισμα μετανοίας στην έρημο της Ιουδαίας κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

     Όταν ο Κύριος, μετά την βάπτιση και την τεσσαρακονθήμερη νηστεία, κατήλθε από το Σαραντάριο όρος στην έρημο, ο Πρόδρομος Τον έδειξε στους μαθητές του Ανδρέα και Ιωάννη, που βρέθηκαν να συζητούν μαζί του, λέγοντας: «Ἴδε ὁ ἄμνος τοῦ Θεοῦ!» (Ιωάν. 1, 29). Και οι δύο τότε ακολούθησαν δειλά τον Χριστό να δουν πού μένει και παρέμειναν κοντά Του την ημέρα εκείνη. Την επομένη, ο Ιωάννης, ο Ανδρέας, ο Πέτρος, ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ επέστρεψαν μαζί με τον Ιησού στην Γαλιλαία. Την άλλη ημέρα Τον ακολούθησαν στην Κανά, προσκεκλημένοι και αυτοί στον γάμο, και από εκεί στην Καπερναούμ, όπου έμειναν κοντά Του λίγες ημέρες. Κατόπιν επανήλθαν στην εργασία τους. Λίγο αργότερα, ενώ ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος επιδιόρθωναν τα δίχτυα μέσα στο πλοιάριο μαζί με τον πατέρα τους, ο Κύριος, αμέσως μετά την κλήση του Πέτρου και του Ανδρέα, κάλεσε οριστικά και αυτούς να Τον ακολουθήσουν, για να γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4, 19). Αυτοί δε ευθύς εγκατέλειψαν τα πάντα και ακολούθησαν τον θείο Διδάσκαλο. Από την ώρα εκείνη ο Ιωάννης δεν αποχωρίσθηκε τον Κύριο καθ’ όλο το διάστημα της επί γης ζωής Του. Τόσο δε αγάπησε την παρθενία, ώστε αυτός μόνος από τους άλλους συμμαθητές του αξιώθηκε να ονομάζεται «παρθένος».


     Ο Ιωάννης με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον Πέτρο αποτέλεσαν τον στενότερο κύκλο των μαθητών, τους οποίους έλαβε μαζί Του ο Κύριος στην ανάσταση της θυγατέρας του Ιάειρου, στην Μεταμόρφωση και στην αγωνιώδη του Προσευχή στα ενδότερα του κήπου της Γεθσημανή.

     Αλλά και στον κύκλο αυτό ο Ιωάννης διακρίθηκε για την φλογερή του αγάπη και την ολοκληρωτική του αφοσίωση προς τον Διδάσκαλο. Και τόσο αγαπήθηκε από Εκείνον, ώστε έγινε ο «ηγαπημένος» μαθητής Του. Αυτός, κατά τον Μυστικό Δείπνο, ανέπεσε στο στήθος του Κυρίου και τον ρώτησε: «Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα Σε παραδώσει;» (Ιωάν. 21, 20). Και όταν ο Κύριος συνελήφθη, αυτός μόνον από τους δώδεκα Τον ακολούθησε άτρομος και εισήλθε στην αυλή του αρχιερέως (Ιωάν. 18, 15). Και μόνον αυτός παρέμεινε με την Θεοτόκο κάτω από τον Σταυρό. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε στην Μητέρα Του δείχνοντας με το βλέμμα Του τον Ιωάννη: «Γυναίκα, να ο υιός σου!»· στον δε Ιωάννη: «Να, η μητέρα σου!». Και από την ώρα εκείνη ο παρθένος μαθητής παρέλαβε την Παρθένο Μαρία στον οίκο του (Ιωάν. 19, 26-27).


     Όταν οι Μυροφόρες «την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, από τα βαθιά χαράματα» (Λουκ. 24, 1) της Κυριακής, ανήγγειλαν στους Μαθητές την Ανάσταση του Κυρίου, ο Ιωάννης πρόλαβε τον Πέτρο τρέχοντας προς το μνημείο και πρώτος αυτός «αφού έσκυψε λίγο από έξω είδε» (Ιωάν. 20, 5) τους νεκρικούς επιδέσμους να είναι εκεί. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας είδε και αυτός στο υπερώο τον Αναστάντα Κύριο και έλαβε, όπως και οι άλλοι Μαθητές, την εντολή να κηρύξει το Ευαγγέλιο σε όλον τον κόσμο. Ήταν παρών στην Ανάληψη του Κυρίου και μαζί με τους υπόλοιπους Αποστόλους δέχθηκε και αυτός κατά την ημέρα της Πεντηκοστής την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» (Πράξ. κεφ. 1-2).

     Στην αποστολική Εκκλησία ο Ιωάννης κατείχε εξαιρετική θέση. Με τον αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Πέτρο εθεωρούντο οι στύλοι της. Συνδεδεμένος με τον Πέτρο με ισχυρό δεσμό φιλίας, συνεργαζόταν μαζί του στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Κήρυτταν μαζί στις αυλές του ναού, μαζί επίσης ανήλθαν στο ιερό κατά την ώρα της προσευχής, όταν ο Πέτρος θεράπευσε τον χωλό και κήρυξε στο πλήθος. Οι δύο Απόστολοι συνελήφθηκαν και φυλακίσθηκαν από το συνέδριο, αλλά την επομένη απολύθηκαν, ύστερα από απαγορευτικές συστάσεις και απειλές. Αυτοί οι δύο εστάλησαν από τους Αποστόλους στην Σαμάρεια, για να μεταδώσουν στους εκεί βαπτισμένους από τον Φίλιππο χριστιανούς την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Αρχίζουμε από εδώ περίληψη των
«Περιόδων του Αποστόλου Ιωάννου»,
έργο απόκρυφο, που έγινε όμως δεκτό
στην αγιολογική παράδοση της Εκκλησίας.


     Ο Ιωάννης παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα κοντά στην Θεοτόκο, για να την διακονεί έως την κοίμησή της. Όταν επρόκειτο να χωρισθούν οι Απόστολοι για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην οικουμένη, έβαλαν κλήρους με σκοπό να γνωρίσουν σε ποιο μέρος έπρεπε να πορευθεί ο καθένας. Στον Ιωάννη έλαχε ο κλήρος της Μ. Ασίας. Γνωρίζοντας ο άγιος ότι ολόκληρη η περιοχή ήταν βυθισμένη στην ειδωλολατρία, βαρέως δέχθηκε την αποστολή του, διότι ακόμη δεν είχε μάθει να αναθέτει όλη του την ελπίδα στην ακαταμάχητη δύναμη του Θεού. Για να εξαγνισθεί από την ανθρώπινη αυτή αδυναμία, ο Θεός παραχώρησε, ενώ έπλεαν με τον μαθητή του Πρόχορο [28 Ιουλ.] προς τον προορισμό τους, να εγερθεί τρικυμία και το πλοίο να ναυαγήσει. Τα κύματα πέταξαν τον Πρόχορο στις ακτές της Σελεύκειας, μαζί με άλλους ναυαγούς, οι οποίοι τον θεώρησαν μάγο και υπαίτιο του ναυαγίου και τον καταδίκασαν σε θάνατο. Αφού διασώθηκε θαυματουργικά από τα χέρια τους, συνάντησε, ύστερα από πορεία σαράντα ημερών, τον διδάσκαλό του στην παραλιακή πόλη Μαρεώτη, εκεί όπου τον είχε βγάλει η θάλασσα.

     Από την πόλη αυτή πεζοπορώντας έφθασαν στην Έφεσο. Στην αρχή προσελήφθησαν στην υπηρεσία του λουτρού του άρχοντος Διοσκορίδη, υπό την επιστασία της κακότροπης και απάνθρωπης Ρωμάνας, η οποία τους μεταχειριζόταν ως δούλους της. Ύστερα από τρεις μήνες σκληρής εργασίας ο Ιωάννης ανέστησε με την προσευχή του τον γιο του Διοσκορίδη Δόμνο, τον οποίο έπνιξε το ενυπάρχον στο λουτρό ακάθαρτο πνεύμα, και εν συνεχεία ανέστησε και τον ίδιο τον άρχοντα, που είχε πεθάνει από την πολλή θλίψη του για τον πνιγμό του παιδιού του.

     Οι δύο αυτές νεκραναστάσεις καθώς και η εκδίωξη του δαίμονος από το λουτρό σήμαναν την αρχή της αποστολικής δράσης του Ιωάννου στην Έφεσο με πρώτους προσήλυτους την μέχρι τότε σκληρή Ρωμάνα και τους δύο κυρίους της. Από την ημέρα εκείνη ο ψαράς της Τηβεριάδος με τα κηρύγματά του σαγήνευε στα δίχτυα της βασιλείας των ουρανών πλήθος ειδωλολατρών.


     Σε μία μεγάλη πανήγυρη των Εφεσίων προς τιμήν της πολιούχου θεάς Αρτέμιδος, ο Ιωάννης από το λοφίσκο όπου δέσποζε το περίφημο είδωλο έλεγξε τους κατοίκους για την ειδωλομανία τους. Οι Εφέσιοι επεχείρησαν να τον λιθοβολήσουν, αλλά οι πέτρες, κατευθυνόμενες προς το άγαλμα, το συνέτριψαν. Από τον μεγάλο σεισμό που επακολούθησε βρήκαν τον θάνατο διακόσιοι άνθρωποι. Η ανάσταση και των διακοσίων νεκρών με μόνη την προσευχή του Ιωάννου έγινε αιτία να προσέλθουν στον Χριστό την ημέρα εκείνη πολλοί ειδωλολάτρες. Για να ολοκληρώσει το έργο του ο ηγαπημένος μαθητής, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Εφεσίων προκάλεσε με την προσευχή του και την κατάρρευση του ναού της Αρτέμιδος. Ο δαίμονας, που ενέδρευε εκεί επί διακόσια σαράντα εννέα χρόνια, έφυγε από την πόλη διωγμένος από τον Απόστολο, ενώ οι περισσότεροι λάτρεις του πίστεψαν στον Χριστό.

     Όμως πολλοί Εφέσιοι, ζηλωτές των ειδώλων, δεν συγχώρησαν στον Ιωάννη τις αθρόες αποσκιρτήσεις των συμπολιτών τους από την πίστη στους πάτριους θεούς και με κατακριτική αναφορά προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Δομιτιανό (81-96) πέτυχαν να εξοριστεί με τον μαθητή του στην Πάτμο.

     Πριν φύγει ο Ιωάννης είχε συνδεθεί με τους αγίους Βουκόλο [6 Φεβρ.], Πολύκαρπο [23 Φεβρ.] και Ιγνάτιο [20 Δεκ.]. Έτσι, προτού αναχωρήσει για την εξορία του, χειροτόνησε τον Βουκόλο επίσκοπο Σμύρνης με βοηθό του τον Πολύκαρπο. Κατά τον πλου του προς την Πάτμο ο άγιος θεράπευσε από δυσεντερία έναν αξιωματικό της στρατιωτικής φρουράς, η οποία τον συνόδευε· και πριν φθάσουν στο νησί, όλο το πλήρωμα του πλοίου πίστεψε στον Θεό του εξόριστου Αποστόλου και βαπτίσθηκε.


     Στην Πάτμο ο Ευαγγελιστής της αγάπης φιλοξενήθηκε από τον άρχοντα Μύρωνα. Εκεί θεράπευσε τον δαιμονισμένο γιο του Μύρωνα Απολλωνίδη και κέρδισε στον Χριστό όλη την οικογένεια και αυτόν ακόμη τον Ρωμαίο διοικητή του νησιού, γαμβρό του Μύρωνα. Επί τρία χρόνια δεν εξερχόταν από τον οίκο του Μύρωνα. Εκεί θεράπευε, κατηχούσε και βάπτιζε όλους τους προσερχόμενους ένεκα της φήμης των θαυμάτων του.

     Αφού συμπληρώθηκε τριετία και πολλοί είχαν πιστέψει, ο Ιωάννης εξήλθε στην δημόσια δράση, ακολουθούμενος πάντοτε από τον Πρόχορο. Άλλοτε στην αγορά και άλλοτε περιοδεύοντας τις μικρές πόλεις του νησιού, κήρυττε στους κατοίκους, τους θεράπευε από ανίατες ασθένειες, ανέστησε νεκρούς, κατακρήμνισε με την προσευχή του τα ιερά του Απόλλωνος και του Διονύσου, φυγάδευσε από το νησί τα δαιμόνια και με την προσευχή του καταπόντισε στην θάλασσα τον τρομερό μάγο Κύνωπα. Ο λαός στερεώθηκε στην πίστη του Χριστού και ζήτησε να λάβει τον φωτισμό διά του αγίου βαπτίσματος.


     Κατά την παραμονή του στην Πάτμο ο Ιωάννης έλαβε από τον ενενηκονταετή επίσκοπο Αθηνών, τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη [3 Οκτ.], επιστολή, στην οποία τον αποκαλούσε «ήλιο του Ευαγγελίου» και του προέλεγε ότι σύντομα θα αφεθεί ελεύθερος. Πράγματι, όταν ο Τραϊνός αναδέχθηκε τον Νέρβα (98), ανακάλεσε από την εξορία τον Ιωάννη στην Έφεσο, αφήνοντας σε μεγάλη θλίψη τους νεοφώτιστους Πατμίους. Με θερμά δάκρυα τον παρακαλούσαν να τους αφήσει τουλάχιστον γραπτό το Ευαγγέλιο της θείας οικονομίας, για να το έχουν παρηγοριά στην ορφάνια τους. Υποκύπτοντας ο Ιωάννης στις παρακλήσεις, ανέβηκε με τον Πρόχορο στο όρος, έξω από την πόλη, και παρέμειναν εκεί νηστεύοντας επί τρεις ημέρες. Την τρίτη ημέρα, ενώ ο θείος Ευαγγελιστής είχε υψωμένο τον νου του προς τον Θεό, έξαφνα μεγάλη αστραπή διέσχισε τον ουρανό και δυνατή βροντή έσεισε όλο το όρος. Ο Πρόχορος έπεσε στην γη σαν νεκρός από τον φόβο του, καθ’ όσον «η τέλεια αγάπη διώχνει έξω τον φόβο» (Α΄ Ιωάν. 4, 18).

     Ακούσθηκε τότε βροντερή φωνή από τον ουρανό: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος…» (Ιωάν. 1, 1). Ο Ιωάννης υπαγόρευε στον Πρόχορο ό,τι του αποκάλυπτε η φωνή, όπως άλλοτε στο όρος Σινά ο Μωυσής έγραφε τον Νόμο καθ’ υπαγόρευσιν του Θεού (Έξοδ. 19, 16-20· 31, 18), για να παραδώσει το μήνυμα της σωτηρίας όχι όπως τότε μόνον στον εβραϊκό λαό αλλά σε όλα τα πέρατα της οικουμένης.

     Κάποια Κυριακή, ενώ ο Απόστολος βρισκόταν στο σπήλαιο της Πάτμου προσευχόμενος, ο βράχος του σπηλαίου σχίσθηκε στα τρία και στο μέσον επτά λυχνών εμφανίσθηκε ο Κύριος με μορφή νέου, του Οποίου «το πρόσωπο έλαμπε φωτεινό και αστραφτερό, όπως λάμπει ο ήλιος με όλη του τη λαμπρότητα» (Αποκ. 1, 16). Θέτοντας το δεξί του χέρι επάνω στον Ιωάννη, του είπε: «Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι ο πρώτος και ο έσχατος. Εγώ είμαι ο ζωντανός. Με θανάτωσαν, μα να που τώρα ζω για πάντα και εξουσιάζω τον θάνατο και το βασίλειό του. Γράψε, λοιπόν, αυτά που βλέπεις: αυτά που υπάρχουν και ανήκουν στο παρόν και όσα μέλλεται να γίνουν ύστερα απ’ αυτά…» (Αποκ. 1, 17-19).


     Κατόπιν του αποκαλύφθηκαν σε μεγαλοπρεπείς οράσεις όσα θα συμβούν στους έσχατους καιρούς: η εξάπλωση της αμαρτίας, η έλευση του Αντιχρίστου, ο οποίος τελικά θα ριχθεί για πάντα στην κόλαση μαζί με τον διάβολο και τους αγγέλους του, η αναστάτωση του κόσμου, η συντέλεια των πάντων διά του θείου πυρός και, τέλος, ο θρίαμβος του Υιού του ανθρώπου, η ανάσταση πάντων και η τελική κρίση. Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, που αποτελεί το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής, κατακλείνεται με το όραμα της κατάβασης επί της γης της επουρανίου Ιερουσαλήμ, της αγίας και αιωνίας Πόλεως, στην οποία σκηνώνει ο Θεός με τους ανθρώπους, ως Νυμφίος «ἡρμοσμένος τῇ νύμφῃ αὐτοῦ». Τέλεια στις αναλογίες της η πόλη αυτή, έμοιαζε με καθαρό χρυσάφι και κρύσταλλο· οι θεμέλιοι του τείχους της πόλεως ήσαν κεκοσμημένοι με λίθους τιμίους και οι δώδεκα πύλες της ήσαν δώδεκα μαργαριτάρια. Και «ναό δεν είδα σ’ αυτή την πολιτεία, γιατί ο ναός της είναι ο Κύριος, ο παντοκράτορας Θεός, και το Αρνίο (ο Χριστός). Τούτη η πολιτεία δεν έχει ανάγκη από ήλιο ούτε από σελήνη για να την φωτίζουν, γιατί την φωτίζει η λαμπρότητα του Θεού, και λυχνάρι της είναι το Αρνίο» (Αποκ. 21, 22-23).

     Το βιβλίο των θείων αποκαλύψεων κλείνει με την προτροπή του ηγαπημένου μαθητού προς τους πιστούς και εραστές του Κυρίου να προσμένουν με ησυχία και προσευχή την έλευσή Του. «Και το Πνεύμα και η Νύμφη (η Εκκλησία) λένε· έλα! Κι αυτός που τ’ ακούει αυτά, ας πει· έλα! Και όποιος διψά ας έρθει να πάρει ύδωρ ζωής δωρεάν. […] Ναι, έρχομαι γρήγορα (μαρτυρεί ο Κύριος). Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού!» (Αποκ. 22, 17· 20).

     Κατά την επιστροφή του στην Έφεσο ο Ιωάννης πέρασε από την πόλη Αγροικία, όπου μεταξύ των άλλων θαυμάτων και ευεργεσιών του μετέστρεψε στην πίστη του Χριστού έναν ευγενή νέο, τον οποίο εμπιστεύθηκε στον τοπικό επίσκοπο. Όταν αργότερα ξαναπέρασε από την πόλη, έμαθε ότι ο νέος είχε γίνει αρχιληστής. Χωρίς να υπολογίσει την γεροντική του αδυναμία, τράπηκε στα δάση και τα βουνά αναζητώντας το απολωλός πρόβατο. Φθάνοντας στο καταφύγιο, παραδόθηκε στους ληστές και κατόρθωσε να επαναφέρει τον νέο στον δρόμο του Χριστού με την μετάνοια.


     Ο ηγαπημένος μαθητής πέρασε ήσυχα την υπόλοιπη ζωή του στην Έφεσο, οδηγώντας στον Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Λέγεται ότι πενήντα έξι ετών αναχώρησε από τα Ιεροσόλυμα, εννέα χρόνια κήρυττε στην Έφεσο, δεκαπέντε χρόνια στην Πάτμο και είκοσι έξι πάλι στην Έφεσο. Εκοιμήθη σε ηλικία εκατόν πέντε ετών και επτά μηνών.

     Όταν έλαβε πληροφορία από τον Θεό για την κοίμησή του, εξήλθε από την πόλη με επτά μαθητές του, οι οποίοι κατά την εντολή του έσκαψαν τάφο στην άμμο σε σχήμα σταυρού. Κατόπιν τους ασπάσθηκε, ξάπλωσε μέσα και τους είπε να τον καλύψουν ως τον τράχηλο. Τέλος, την στιγμή που ανέτειλε ο ήλιος, του κάλυψαν και το πρόσωπο. Μετά τον ενταφιασμό ο μαθητές θρηνώντας επέστρεψαν στην πόλη και διηγήθηκαν τα γεγονότα. Οι χριστιανοί της Εφέσου έσπευσαν στον τάφο, για να του δώσουν τον τελευταίο ασπασμό· όταν όμως έσκαψαν, δεν βρήκαν το τίμιο λείψανο. Κατά μία ευσεβή παράδοση, ο απόστολος Ιωάννης «μετέστη» στους ουρανούς, όπως και η Θεοτόκος, πραγματοποιώντας την αινιγματική απάντηση του Σωτήρος προς τον Πέτρο: «Εάν Εγώ θέλω αυτός να μείνει στη ζωή μέχρι να έρθω κατά τη Δευτέρα Παρουσία, γιατί σε ενδιαφέρει αυτό εσένα;» (Ιωάν. 21, 22). Ο Κύριος δεν ήθελε να πει μ’ αυτό ότι ο ηγαπημένος μαθητής δεν θα πέθαινε, αλλά ότι του επεφύλασσε κάποιον ειδικό τρόπο, χωρίζοντάς τον από τους άλλους Αποστόλους έως την Δευτέρα Παρουσία.

     Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους σύγχρονους ερμηνευτές, το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην Έφεσο, έπειτα από την εκεί επιστροφή του Αποστόλου από την εξορία του. Η μεταγενέστερη παράδοση, η οποία αναφέρει ως τόπο συγγραφής την Πάτμο, έχει τις ρίζες της στο απόκρυφο «Πράξεις του Ιωάννου» και προέρχεται μάλλον από σύγχυση του Ευαγγελίου με την Αποκάλυψη.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
πόστολε
Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπημένε,
ἐπιτάχυνον ῥῦσαι,
λαὸν ἀναπολόγητον·
δέχεταί σε προσπίπτοντα,
ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στήθει
καταδεξάμενος·
ὃν ἱκέτευε Θεολόγε,
καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν
διασκεδάσαι,
αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην
καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
γάπης ὡς ἔμπλεως,
τοῦ Διδασκάλου Χριστοῦ,
τῷ στήθει ἀνέπεσας,
καὶ ἐμυήθης σαφῶς,
τὴν γνῶσιν τὴν ἄρρητον.
Ὅθεν θεολογίας,
θεῖον ὄργανον ὤφθης,
Ἀπόστολε Ἰωάννη,
καὶ φωστὴρ εὐσεβείας·
διὸ Εὐαγγελιστά σε,
πόθῳ γεραίρομεν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Τὰ μεγαλεῖά σου Παρθένε
τίς διηγήσεται;
βρύεις γὰρ θαύματα,
καὶ πηγάζεις ἰάματα,
καὶ πρεσβεύεις
ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν,
ὡς Θεολόγος
καὶ φίλος Χριστοῦ.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Προσελθὼν Ἀπόστολε,
τοῦ Διδασκάλου τῷ στήθει,
ἐξ αὐτοῦ ἀντλήσας δέ,
θεολογίας τὰ ῥεῖθρα,
ἅπασαν, τὴν οἰκουμένην
τερπνῶς ἀρδεύεις,
νάμασι,
τοῖς ζωηφόροις
καὶ ἀθανάτοις·
διὸ χαῖρέ σοι βοῶμεν,
ὦ Ἰωάννη,
θεολογίας πηγή.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
ς ἠγαπημένος τῷ Ἰησοῦ,
τῆς θεολογίας,
ἐμυήθης τὸν θησαυρόν·
ὅθεν Ἰωάννη,
Ἀπόστολον θεόπτην,
καὶ μύστην τῶν ἀρρήτων,
σὲ μεγαλύνομεν.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
σελ. 309–315.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου·
Ορμύλια, Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.