Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ


     Ένας άνθρωπος έκανε Δείπνο Μέγα και κάλεσε πολλούς για να συμμετάσχουν σ’ αυτό το Δείπνο της χαράς. Αρνήθηκε όμως ο ένας μετά τον άλλον την πρόσκληση· ο ένας προφασιζόμενος τη φροντίδα της συζύγου του, ο άλλος τα κτήματά του και ο άλλος τα νέα ζεύγη βοών που αγόρασε. Λέγοντας «πέντε ζεύγη» η Παραβολή εννοεί τις αισθήσεις. Η αιχμαλωσία, δηλαδή, του ανθρώπου στις αισθήσεις του και στις μέριμνες της καθημερινότητας τον εμποδίζουν να προσέλθει σ’ αυτό το Δείπνο, στο Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών· στο Δείπνο, κατά το οποίο προσφέρεται το Σώμα του Κυρίου μας.

     Η Εκκλησία ορίζεται κυρίως ως εστία, ως οίκος, και το σημαντικότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σ’ ένα σπίτι είναι να έλθουμε οι άνθρωποι σε επαφή και σχέση. Αυτή η επαφή και σχέση εκφράζεται κυρίως με το δείπνο, με το φαγητό, με το τραπέζωμα. Αυτό το τραπέζωμα αναφέρεται και ως Βασιλεία των Ουρανών, διότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να τρεφόμαστε από την Αγάπη του Θεού. Η Αγάπη του Θεού είναι δηλαδή γεύση, είναι τροφή, είναι αίσθηση και χαρά.

     Η Βασιλεία των Ουρανών, λοιπόν, δεν είναι μια απομονωμένη κατάσταση, μια ατομική διαδικασία. Προσέρχεται, δηλαδή, ο καθένας μόνος του και γεύεται τον Θεό και απολαμβάνει τα δώρα και την αμοιβή των κόπων και των πράξεών του, αλλά η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να σχετίζομαι εν Χριστώ με τον άλλον, οπότε δεν μπορεί να εκφραστεί αυτή η συνύπαρξη και σχέση με κάτι άλλο πιο δυνατό, παρά με την έννοια του Δείπνου.

     Επομένως, δεν μπορεί ο καθένας μόνος του, ατομικά, να απολαύσει τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά μπορεί μόνο κοινοτικά, κοινοβιακά· και αυτό εκφράζεται κυρίως με την τράπεζα. Η τράπεζα, λοιπόν, είναι αυτή που δίνει συμβολικά την έννοια του ανοίγματος, του σπασίματος της μοναξιάς του ανθρώπου και της δυνατότητάς του να ανοιχθεί προς την Αγάπη του Θεού.
    
     Έχουμε, λοιπόν, την Παραβολή της Δειπνοκλησίας. Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί το κοινοτικό, δεν αντέχει την «τράπεζα». Θέλει να κερδίζει μόνος του, θέλει να στραφεί στην οικογένειά «του», στη γυναίκα «του», θέλει να στραφεί στα πράγματά «του», στην εργασία «του».

     Βλέπετε, η δυσκολία μας είναι ακριβώς αυτή: Πώς να σπάσουμε τα όρια του ατομισμού μας. Και είναι πραγματικά προσβολή του Σώματος της Εκκλησίας αυτή η ίδια η διαδικασία και αυτή η ίδια η προσπάθεια του ανθρώπου να υπάρχει ατομικά. Σαν μια προσπάθεια ατομικής ευλάβειας, ατομικής ευσέβειας και βελτίωσης του ήθους.


     Η προσπάθεια δεν είναι απλώς ο άνθρωπος να επικυριαρχήσει στα πάθη του, αλλά να επικυριαρχήσει στα πάθη του διά της σχέσεως με τον Χριστό και με τον άλλον. Δεν είναι μια τεχνητή άσκηση, δηλαδή να ανέβω σ’ ένα άλλο επίπεδο βελτιώνοντας το νου και την καρδιά μου. Δεν μπορεί να νοηθεί μέσα στο Σώμα του Χριστού βελτίωση του νου και της καρδιάς, εάν δεν περνά μέσα από τη σχέση. Κι αυτή ακόμη η βελτίωση αξιολογείται –αν είναι αληθινή ή ψεύτικη– μέσα από τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

     Αυτό είναι ένα βαρύ πλήγμα στο Σώμα της Εκκλησίας και μια ένδειξη εκκοσμίκευσης, με την ουσιαστική έννοια του όρου, όταν ο άνθρωπος αγνοεί την τράπεζα και στρέφεται σε μια ατομική έστω προσευχή, από την οποία θέλει μια αίσθηση ηδονής και ευχαρίστησης, την οποία μάλιστα θεωρεί πνευματική. Δεν είναι πνευματική ηδονή αλλά ψυχολογική, για να αισθανθεί ο προσευχόμενος όμορφα. Εμείς λέμε «πάω στην Εκκλησία», αλλά εάν κάνουμε ένα γκάλοπ και ρωτήσουμε τους ανθρώπους «γιατί πάτε στην Εκκλησία;», ένα μεγάλο ποσοστό θα πει «γιατί αισθάνομαι όμορφα». Δεν είναι αυτό η ουσία…

     Στην Εκκλησία δεν πάμε για να αισθανθούμε «όμορφα», πάμε για να δούμε την πραγματικότητά μας, που είναι άσχημη, και να υπερβούμε αυτή την ασχήμια. Όχι βάζοντας μια ένεση, όχι ντοπάροντας τον ψυχικό μας οργανισμό με τις μελωδίες και τις εικόνες, αλλά κοινωνώντας στο Δείπνο της Βασιλείας. Τότε και οι μελωδίες και οι εικόνες μάς οδηγούν σ’ αυτή τη δυνατότητα, στο ότι η Βασιλεία των Ουρανών και ο Χριστός είναι Τράπεζα. Ένας που τρέφεται από τη Χάρη και την Αγάπη του Θεού, δεν μπορεί να μην έχει την ανάγκη να τρέφεται και από την παρουσία του άλλου, αλλά ταυτόχρονα να τρέφει και την παρουσία του άλλου.

     Οπότε, αυτή η άρνηση των ανθρώπων στην Παραβολή, τι δηλώνει; Ο ένας, λέει, ήταν παντρεμένος· ο άλλος είχε ζεύγη βοών κι ένας άλλος είχε αγρό που τον αγόρασε κι έπρεπε να τον ελέγξει. Όλοι, δηλαδή, ήταν ακέραιοι άνθρωποι, ήταν δυναμικοί άνθρωποι. Όταν δεν προσήλθαν αυτοί οι ακέραιοι άνθρωποι στο Δείπνο, ο Εστιάτωρ διάλεξε τους ελλιπείς ανθρώπους, τους ανάπηρους, τους πτωχούς. Και, όταν διαπίστωσε ότι υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς», αυτοί δηλαδή που ήταν έξω των ορίων της Εκκλησίας.


     Αυτό τι σημαίνει; Οι ακέραιοι άνθρωποι είναι οι βαπτισμένοι, οι «εντάξει», δηλαδή εμείς. Εμείς όμως τι κάνουμε; Είμαστε «εντάξει» συμβολικά, γιατί είμαστε βαπτισμένοι και μπορεί να ακολουθούμε και κάποια νηστεία και οποιαδήποτε άλλη πνευματική εργασία και έτσι να νοιώθουμε εξασφαλισμένοι. Τόσο εξασφαλισμένοι, που δικαιωματικά η θέλησή μας να επικεντρώνεται στη γυναίκα «μας», στον άνδρα «μας», στα πράγματά «μας», στις μέριμνές «μας». Οπότε, τι γίνεται; Όλα αυτά λειτουργούν όχι συνδυαζόμενα, αλλά το ένα ακυρώνει το άλλο και τελικά μένουμε με το ένα. Ονομαζόμαστε απλώς χριστιανοί ή πνευματικοί άνθρωποι, στην ουσία όμως φαίνεται το πόσο είμαστε συνδυασμένοι με τα πράγματα ή με τον τρόπο ζωής μας στην καθημερινότητά μας.

     Κι έχουμε τους μη ακέραιους. Υπάρχουν οι «ανάπηροι», αυτοί δηλαδή που ψάχνουν τον Θεό και δεν Τον έχουν βρει. Υπάρχουν οι «ελλιπείς», αυτοί που καταλαβαίνουν πως αυτά που ζουν δεν τους γεμίζουν, αλλά δεν ξέρουν πού να στραφούν. Και η έλλειψή τους έγκειται στο ότι δεν έχουν βρει το Όνομα του Χριστού. Ο Χριστός, όμως, βλέπει την καρδιά τους και τους αναγκάζει να μπουν μέσα στον Οίκο Του. Τους οδηγεί σ’ αυτό το Δείπνο κατά κάποιο τρόπο με το ζόρι, γιατί ο ταπεινός άνθρωπος, αυτός που καταλαβαίνει ότι έχει ανάγκη την τροφή, αυτός θα προσέλθει.

     Ενώ εμείς θεωρούμε ότι είμαστε οι φωτισμένοι. Δεν είμαστε όμως οι φωτισμένοι, αλλά οι «δήθεν», που βολευτήκαμε και, τελικά, με την πάροδο του χρόνου, φθαρήκαμε μέσα μας και απολυτοποιήσαμε και θεοποιήσαμε τη γυναίκα «μας», τη συζυγία, τη σχέση, την εργασία και τα κτήματά «μας». Εμείς, μπορεί να έχουμε το όνομα του χριστιανού, αλλά τρεφόμαστε με την καθημερινότητα του εαυτού μας. Έτσι, βραχυκυκλώνουμε κι έρχεται μέσα μας μια κόπωση. Και ο χριστιανός σήμερα είναι ένας νεκρός χριστιανός και δεν εμπνέει κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

     Μετά ο Κύριος, λέει η Παραβολή, όταν υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν στο Δείπνο κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς». Για ποιο λόγο; Διότι αυτοί δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Οικοδεσπότη. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο ο Θεός τούς «βιάζει» με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός. Δεν τους τραβά με το ζόρι, αλλά όταν φανερωθεί ο Χριστός, ζωντανά πλέον, ως αληθινό Φως, με ένα τρόπο έξω του φυσικού, αυτό είναι ένα είδος αναγκασμού. Οι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει, δεν έχουν δει, δεν είναι ικανοί μέσα από τα ανθρώπινα, αλλά μέσα τους έχουν διάθεση κι ας είναι εκτός Εκκλησίας. Κι αυτούς ο Κύριος τούς αναγκάζει με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός προς αυτούς, χωρίς όμως να τους στερεί την ελευθερία. Αυτό, λοιπόν, κάνει ο Θεός.


     Εμείς έχουμε ανάγκη να καταλάβουμε τελικά ότι η χαρά μας είναι η σχέση που εκφράζεται μέσα από τη βρώση και την πόση. Η βρώση και η πόση είναι η μετοχή μας στην Αγάπη του Θεού. Όπως, δηλαδή, όταν έχεις δύο εραστές, η αγάπη σου μειώνεται για τον έναν και τελικά με κανέναν δεν είσαι ερωτευμένος και επομένως δεν γεύεσαι τη σχέση σωστά, έτσι και με τον Θεό. Ο Θεός θέλει αυτήν την αποκλειστικότητα, ο έρωτάς μας και η αγάπη μας να στρέφεται ολοτελώς προς αυτόν.

     Το οποιοδήποτε πράγμα ή γεγονός κρίνεται ως αμαρτία ή όχι, κατά το βαθμό δυνατότητας ενσωμάτωσής του στο Σώμα του Χριστού, για να αφθαρτοποιηθεί. Το φαγητό, η σχέση, ο έρωτας και άλλα όσα ταλανίζουν τον άνθρωπο ως προς το ηθικό ή μη περιεχόμενό τους, γίνονται αμαρτία, διότι δεν μπορούμε να τα ενσωματώσουμε στο Σώμα του Χριστού για να αφθαρτοποιηθούν. Και τι είναι; Είναι νεκρώσιμα γεγονότα. Γίνονται αιτίες θανάτου. Αυτά πρέπει να ενσωματωθούν στο Σώμα του Χριστού, για να γίνουν αιτίες Αναστάσεως.

     Αιτία Αναστάσεώς μου μπορεί να είναι το φαγητό, όταν γίνει προσφορά αγάπης διά του Χριστού στον συνάνθρωπο. Και η σχέση μπορεί να γίνει εμπειρία Αναστάσεως, εάν την ενσωματώσω στη σχέση μου με τον Χριστό, που σημαίνει να τη λειτουργώ με μια διάθεση ανοίγματος προς τον άλλον, προσφοράς προς τον άλλον, παραχώρησης δικαιωμάτων μου «ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ» προς τον άλλον. Να δώσω τον δικό μου χώρο στον άλλον να αισθανθεί άνετα και βολικά. Να αισθάνεται ο άλλος μεγάλος, σημαντικός και σπουδαίος.

     Αυτό είναι μια πράξη του Χριστού, είναι μια δυνατότητα εν Αγίω Πνεύματι. Κι αυτό πρέπει να το κάνει ο άνθρωπος. Αν το κάνει με τις δικές του δυνάμεις, θα τρελαθεί. Αν το κάνει όμως με την Αγάπη του Θεού, με την οποία τρέφεται και θα τρέφεται συνεχώς, θα αναπτυχθεί, θα ελευθερωθεί ακόμη περισσότερο και θα πλουτίσει ακόμη περισσότερο.


     Οπότε, όλη η ιστορία είναι να επικεντρωθεί ο νους μας σ’ αυτό το Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών, που να είναι να τραφούμε από την Αγάπη του Θεού. Τότε θα υπάρχει η δυνατότητα να ενταχθεί, ίσως και αυτομάτως, όλη μας η ζωή στο Σώμα του Χριστού και να αφθαρτοποιηθεί. Έτσι, θα καταλάβουμε ότι αυτά (που μας εμπόδιζαν πριν να προσέλθουμε στο Μέγα Δείπνο της θείας Αγάπης) δεν είναι ανταγωνιστικά και αντίπαλα, αλλά είναι δυνατότητες συνεργείας, το ένα για το άλλο. Τα πράγματα για τον Χριστό και ο Χριστός για τα πράγματα.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΓΙΑΓΚΟΥ


[π. Βαρνάβα Γιάγκου:
«Αμαρτωλών Εκκλησία»,
κεφ. 29ο, σελ. 267–275·
Εκδόσεις «Αρχονταρίκι»,
Αθήνα, Απρίλιος 20151.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση
και αμυδρή διόρθωση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ


     Ρώτησαν κάποτε τον Γέροντα Αμβρόσιο Λάζαρη (1912–2006):
     –Γέροντα, άμα γίνει πόλεμος με τους Τούρκους τι θα κάνουμε;
     Κι αυτός απάντησε:
     –Ο πόλεμος σήμερα δεν γίνεται με όπλα. Εμάς πάντοτε ο Θεός μάς βοηθάει και η Παναγία είναι με το μέρος μας.
     Και τον ρώτησαν πάλι:
     –Ναι, Γέροντα, αλλά οι Τούρκοι είναι πιο πολλοί από εμάς.
     Και απάντησε:
     –Ας είναι! Την ψυχή του Έλληνα, που έχει τον Χριστό και την Παναγία δίπλα οδηγό, τη φοβούνται όλοι.


[Μιχάλη Λεβέντη:
«Ο Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης,
ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου»,
τόμος Β΄, μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 50,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Νοέμβριος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ
Μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου


     Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο Οποίος επιθυμούσε ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη αρχικά στον Ιωακείμ και την Άννα, τους δίκαιους Θεοπάτορες, να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής τους στείροι –συμβολίζοντας έτσι κατ’ ακρίβεια την ανθρώπινη φύση, τη στρεβλωμένη και την αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου–, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν εκτενώς τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας.

     Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν ένα υπερευλογημένο τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού.


     Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης που χωρίσθηκε από τον Θεό διά του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής, που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και της αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα άχραντα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

     Παρ’ ότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία, προήλθε από κατά πάντα φυσιολογική σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3, 16). Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός προ των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου διά του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2, 14), για να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν και η Μητέρα Του, στα σπλάχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μη τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς τους απογόνους του Αδάμ.


     Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι με τυχαίο τρόπο, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της. Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος.

     Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητας και της καθαρότητας, αγνεύοντες μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε τα πάντα ώστε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας εν Πνεύματι ο Σωτήρας Χριστός.

[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 92–95.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Η υπότιτλη φωτογραφία:
σύγχρονη φορητή βυζαντινή εικών
της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης,
τερπνό έργο (1957) των χειρών
του κυρ–Φώτη Κόντογλου
(1895–1965).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ


     Μια λεπτή γαλάζια στήλη καπνού υψωνόταν σαν μπορντούρα του δάσους, όχι μακριά από το ερημητήριο. Υψωνόταν ελαφρά, ολόισια, χωρίς να την ενοχλεί και ο ελάχιστος άνεμος. Ήρεμη και λεπτή σαν τα μεγάλα δέντρα, φαινόταν να αποτελεί κομμάτι του τοπίου. Και όμως προκάλεσε την περιέργεια του υποτακτικού. Αυτός ο καπνός ήταν ασυνήθιστος. Ποιος λοιπόν πρωί-πρωί μπορεί να άναψε τη φωτιά; Ο υποτακτικός ήθελε να έχει ήσυχη την καρδιά του από λογισμούς. Προχώρησε γι’ αυτό, απομάκρυνε τα κλαδιά μερικών θάμνων και έβλεπε σε απόσταση τόση, όση φτάνει μια πετροβολιά, τον γέροντά του όρθιο, δίπλα σε μια ισχνή φωτιά. Τι να έκαιγε άραγε; Τον είδε να σκύβει, να παίρνει ένα κουκουνάρι και να το πετάει στη φωτιά.

     Ο υποτακτικός στάθηκε για λίγο διστακτικός. Έπειτα πλησίασε ήρεμα και ρώτησε με σεβασμό:
     –Τι καις αυτού, γέροντα;
     –Ένα πανέρι, απάντησε απλά ο γέροντας.
     Ο υποτακτικός πλησίασε και παρατήρησε από πιο κοντά. Διέκρινε τα υπολείμματα ενός πανεριού από ιτιά, που το κάψιμό του βρισκόταν στην τελική του φάση.
     –Δεν φαντάζομαι ωστόσο να είναι το πανέρι που έφτιαχνες αυτές τις μέρες.
     –Αυτό ακριβώς είναι! του απάντησε ο γέροντας.
     –Γιατί το έκαψες, λοιπόν; Δεν το βρήκες επιτυχημένο; ρώτησε έκπληκτος ο υποτακτικός.
     –Ω, ναι, πολύ επιτυχημένο! Πάρα πολύ επιτυχημένο μάλιστα…
     –Τότε, γιατί το έκαψες;
     –Γιατί πριν από λίγο, όταν διαβάζαμε την Τρίτη Ώρα, με απασχολούσε τόσο πολύ, ώστε να μου τραβάει όλη την προσοχή. Και γι’ αυτό έπρεπε να το προσφέρω θυσία στον Θεό, εξήγησε ο γέροντας.

     Ο υποτακτικός έμεινε με το στόμα ανοικτό. Άδικα νόμιζε πως τον γνώριζε καλά. Οι αντιδράσεις του γέροντά του του δημιουργούσαν πάντα κατάπληξη. Τούτη τη φορά όμως αυτό που έκανε ο γέροντας τού φαινόταν υπερβολικά αυστηρό.
     –Γέροντα, δε σε καταλαβαίνω. Αν έπρεπε να καίμε ό,τι περισπά την προσοχή μας κατά την ώρα της προσευχής, δεν θα βρίσκαμε ποτέ άκρη, μουρμούρισε ο υποτακτικός ύστερα από μια στιγμή σιωπής.
     Ο γέροντας δεν αποκρίθηκε.
     –Ξέρεις, είπε ο υποτακτικός, ότι ο αδελφός τάδε υπολόγιζε πολύ σ’ αυτό το πανέρι. Το χρειαζόταν ιδιαίτερα πολύ. Και το περίμενε βέβαια ανυπόμονα.
     –Ναι, το ξέρω, απάντησε ο γέροντας. Θα του κάνω ένα άλλο χωρίς καθυστέρηση. Όμως έπρεπε αυτό να το κάψω. Ήταν πιο επείγον αυτό.
     Το πανέρι κάηκε εντελώς. Ο γέροντας έσβησε με μια πέτρα τα υπολείμματα της φωτιάς και παίρνοντας μαζί του τον υποτακτικό τού είπε:
     –Έλα! Θα σου πω γιατί ενήργησα έτσι...


     Τον οδήγησε όχι μακριά από εκεί κοντά σ’ ένα φράχτη από ιτιές. Έκοψε έπειτα αρκετές ευλύγιστες βέργες και καθισμένος κατάχαμα άρχισε να πλέκει ένα καινούργιο πανέρι. Ο υποτακτικός κάθισε δίπλα του περιμένοντας τις εξηγήσεις του γέροντά του.
     –Θέλω να δουλεύω με τα χέρια μου, εξήγησε ο γέροντας. Και θέλω επίσης να δουλεύουν και όλοι οι αδελφοί μου, όχι από άπληστη επιθυμία κέρδους, αλλά για αποφυγή της αργίας, η οποία δίνει την ευκαιρία στον διάβολο να προσφέρει αυτός δουλειά δική του στους αργόσχολους μοναχούς, αλλά και για να δίνουν το καλό παράδειγμα και στο σημείο αυτό, αφού τόσος κόσμος μάς επισκέπτεται και θέλει να ωφεληθεί και από εμάς. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αξιοδάκρυτο από ένα κοινόβιο που δεν δουλεύει. Όμως η εργασία δεν είναι το παν, αδελφέ μου. Δε λύνει όλα τα προβλήματα. Μπορεί ακόμα να αποτελέσει και εμπόδιο φοβερό για την αληθινή ελευθερία του ανθρώπου. Και γίνεται αυτό κάθε φορά που ο άνθρωπος αφήνει τον εαυτό του να κυριευθεί από το έργο του σε σημείο που να ξεχνάει τη λατρεία του ζώντος και αληθινού Θεού. Πρέπει, επίσης, να προσέχουμε άγρυπνα και φιλότιμα να μην αφήνουμε να σβήσει μέσα μας το πνεύμα της καθαράς και καρδιακής προσευχής. Αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.

     –Καταλαβαίνω, γέροντα, είπε ο υποτακτικός. Δεν μπορούμε εντούτοις γι’ αυτό να καταστρέφουμε το έργο μας κάθε φορά που αφαιρούμαστε στην προσευχή.
     –Βεβαιότατα, απάντησε ο γέροντας. Το σημαντικό είναι να είμαστε έτοιμοι να το προσφέρουμε θυσία στον Κύριο. Μ’ αυτόν τον όρο μονάχα διατηρεί ο άνθρωπος την ψυχή του διαθέσιμη. Υπό το κράτος του παλαιού Νόμου, οι άνθρωποι θυσίαζαν τα πρωτόλειά τους από τη συγκομιδή και τα ποίμνιά τους. Δεν δίσταζαν να στερηθούν ό,τι πιο ωραίο είχαν. Αποτελούσε αυτό μια χειρονομία λατρείας, αλλά και απελευθερώσεως. Ο άνθρωπος διατηρούσε έτσι «ανοιχτή» την ψυχή του. Ό,τι προσέφερε διεύρυνε τους ορίζοντές του επ’ άπειρον. Αυτού βρισκόταν το μυστικό της ελευθερίας και του μεγαλείου του.

     Ο γέροντας σώπασε. Όλη η προσοχή του συγκεντρώθηκε στη δουλειά του. Ο υποτακτικός όμως δίπλα του έβλεπε πως είχε κάτι ακόμα να πει, κάτι ουσιαστικό, που αποτελούσε ένα με τον εαυτό του και δυσκολευόταν να απαλλαγεί από αυτό. Το ένοιωθε αυτό καλά ο υποτακτικός. Γι’ αυτό και οι στιγμές αυτές της σιωπής τού φάνηκαν μικρές. Θα ήθελε να πει μια λέξη για να πληρωθεί το κενό. Συγκρατήθηκε όμως από διακριτικότητα.


     Ξαφνικά ο γέροντας γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος του και τον παρατήρησε με μια έκφραση πάρα πολλής καλωσύνης.
     –Ναι, αδελφέ μου, είπε με πολλή ηρεμία, ο άνθρωπος δεν είναι πολύ μεγάλος, παρά όταν εξυψώνεται πάνω από το έργο του. Τότε φτάνει στο πραγματικό του μέγεθος. Όμως αυτό είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Το κάψιμο ενός πανεριού από βέργες ιτιάς που έκανε κάποτε μόνος του, δεν είναι τίποτε, όσο κι αν το καλάθι αυτό ήταν επιτυχημένο. Η απαλλαγή όμως και η αποξένωση από το έργο μιας ολόκληρης ζωής, είναι κάτι πολύ διαφορετικότερο. Αυτή η απάρνηση ξεπερνάει τις ανθρώπινες δυνάμεις.

     Για να ακολουθήσει την κλήση του Θεού, ο άνθρωπος, δίνεται εντελώς σε ένα έργο. Και το κάνει με πάθος και ενθουσιασμό. Και ο ενθουσιασμός είναι πραγματικά πάντα δημιουργικός. Αλλά δημιουργία ενός πράγματος σημαίνει ότι του δίνουμε τη σφραγίδα μας, το κάνουμε αναπόφευκτα δικό μας. Ο διάκονος του Θεού διατρέχει τότε τον πιο μεγάλο κίνδυνο. Το έργο που εκπληρώνει αφοσιωμένος σ’ αυτό, γίνεται γι’ αυτόν το κέντρο του κόσμου. Τον τοποθετεί μέσα σε μια κατάσταση ριζικής αδυναμίας να διατεθεί κάπου αλλού. Θα χρειαστεί γι’ αυτό μια διάρρηξη για να ξεριζωθεί από την κατάσταση αυτή. Δόξα τω Θεώ, που μια τέτοια διάρρηξη είναι επιτευκτή. Τα μέσα όμως της θείας Πρόνοιας που τίθενται τότε σε ενέργεια είναι τρομακτικά. Και αυτά είναι η έλλειψη κατανοήσεως, η αντίφαση, ο πόνος, η αποτυχία. Μερικές φορές κι αυτή ακόμα η αμαρτία, που επιτρέπει ο Θεός, μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία από την πανσοφία Του. Η ζωή της πίστεως γνωρίζει τότε την κρίση της την πιο βαθειά, αλλά ταυτόχρονα και την πιο αποφασιστική. Παρουσιάζεται γρήγορα ή αργά και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής. Ο άνθρωπος είναι καθιερωμένος πλήρως στο έργο του. Και πιστεύει πως αποδίδει δόξα στον Θεό με τη γενναιοδωρία του. Και να, που ξαφνικά φαίνεται να τον αφήνει ο Θεός μόνο του, στον εαυτό του, σαν να μην ενδιαφέρεται για το έργο που κάνει. Κάτι περισσότερο· φαίνεται να του ζητάει ο Θεός να απαρνηθεί το έργο του, να εγκαταλείψει αυτό στο οποίο είναι αφοσιωμένος ψυχή τε και σώματι επί τόσα χρόνια μέσα στη χαρά και στο μόχθο.

     «Πάρε τον γιο σου, τον μονογενή, τον Ισαάκ, και πήγαινέ τον ψηλά εκεί πάνω στο βουνό και πρόσφερέ τον θυσία ολοκαρπώματος!» (Γεν. 22, 2). Αυτόν τον τρομερό λόγο που απηύθυνε ο Θεός στον Αβραάμ, δεν υπάρχει αληθινός διάκονος του Θεού που δεν τον ακούει κάποια μέρα με τη σειρά του. Ο Αβραάμ πίστεψε στην υπόσχεση του Θεού, ότι θα του δώσει απογόνους. Επί είκοσι χρόνια περίμενε την πραγμάτωσή της. Δεν είχε καθόλου απελπισθεί. Και όταν επιτέλους ήρθε το παιδί, με το οποίο πραγματοποιούνταν η επαγγελία, να, που ο Θεός προσκαλεί τον Αβραάμ να Του το θυσιάσει! Και αυτό χωρίς καμιά εξήγηση. Το χτύπημα ήταν πολύ σκληρό και εντελώς ακατανόητο!


     Το ίδιο, λοιπόν, ζητάει και από εμάς ο Θεός κάποια μέρα. Ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο φαίνεται τότε πως δεν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Έχει προκύψει τότε μια ασυνεννοησία. Ο Θεός είχε προσκαλέσει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος είχε απαντήσει θετικά. Τώρα ο άνθρωπος προσκαλεί, αλλά ο Θεός σωπαίνει. Είναι ίσως η πιο τραγική στιγμή τότε, που η θρησκευτική ζωή συνορεύει με την απελπισία, γιατί ο άνθρωπος παλεύει ολομόναχος με τον Απερινόητο. Είχε πιστέψει πως του ήταν αρκετό να «κάνει» αυτό ή εκείνο, για να είναι ευάρεστος στον Θεό. Αλλά απέναντί του φαίνεται να υπάρχει δυσαρέσκεια.

     Ο άνθρωπος δεν σώζεται με το έργο του και τα επί μέρους έργα του, όσο καλά κι αν είναι. Χρειάζεται να γίνει ο ίδιος έργο του Θεού. Πρέπει να γίνει πιο εύκολος σε σφυρηλατήσεις και πιο ταπεινός στα χέρια του Δημιουργού του. Πρέπει να γίνει πιο εύπλαστος από ό,τι είναι ο άργιλλος στα χέρια του κεραμέως· πιο ευλύγιστος από τις βέργες της ιτιάς στα χέρια του καλαθοπλέχτη· πιο φτωχός και πιο εγκαταλελειμμένος από το νεκρό δέντρο μέσα στο δάσος στην καρδιά του χειμώνα. Μόνο από αυτή τη θέση της αγωνίας και μέσα σ’ αυτήν την συγκατάθεση πτωχείας μπορεί να ανοίξει ο άνθρωπος στον Θεό μια πίστωση χωρίς όρια, αφήνοντάς του με εμπιστοσύνη την απόλυτη πρωτοβουλία για την ύπαρξη και τη σωτηρία του. Τότε μπαίνει ουσιαστικά μέσα σε μια αγία υπακοή. Γίνεται παιδί και ομολογεί το θείο παιγνίδι της δημιουργίας. Πέρ’ απ’ τον πόνο και την ηδονή, αποχτάει τη γνωριμία με τη χαρά και τη δύναμη. Μπορεί να βλέπει με την ίδια διάθεση στην καρδιά του τον ήλιο και το θάνατο. Με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια φαιδρότητα.


     Ο υποτακτικός σώπαινε. Δεν είχε πια την επιθυμία να θέσει ερωτήσεις. Ασφαλώς δεν καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε ο γέροντας. Του φαινόταν όμως πως ποτέ δεν είχε δει τόσο διαυγώς και τόσο βαθιά μέσα στη ψυχή του πνευματικού του πατέρα. Εκείνο δε που τον εντυπωσίαζε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν η γαλήνη με την οποία του μιλούσε γι’ αυτά τα τόσο σοβαρά πράγματα, που πρέπει να τα ήξερε από την προσωπική του εμπειρία. Θυμήθηκε τότε κάτι που του είχε πει ο γέροντάς του σε άλλη περίπτωση: «Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει παρά αυτό που βιώνει». Και ήταν απολύτως βέβαιος πως ο γέροντάς του βίωνε αυτό για το οποίο μιλούσε. Και μιλούσε με τέτοιον τόνο αλήθειας και πειστικότητας!

     Ο υποτακτικός ένοιωθε ξαφνικά γεμάτος γλυκύτητα και ταυτόχρονα φρίκη με τη σκέψη πως ήταν αυτός ο έμπιστος και ο προνομιούχος αποδέκτης μιας τέτοιας εμπειρίας. Ο γέροντας συνέχιζε το έργο του. Και τα χέρια του έπλεκαν τις βέργες της ιτιάς, χωρίς να τρέμουν, σαν να έπαιζε…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)


[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
(1) «Περί χριστιανικής ασκήσεως»,
σελ. 41–48
(μετάφραση και διασκευή του ιδίου),
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη».
(2) «Ο μακάριος Γέροντας
Ευσέβιος Βίττης»
–Αντίδωρο μνήμης–
σελ. 27–29
(αναδημοσίευση σε μικρό τευχίδιο).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


     Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Σάββας, ο άγγελος εν σώματι και της ερήμου της Παλαιστίνης ο πολιστής, γεννήθηκε στο Μουταλάσκη (σημ. Τάλας), μικρό χωριό της Καππαδοκίας, το 439. Ήδη σε ηλικία οκτώ ετών κατενόησε την ματαιότητα των εγκοσμίων και με καρδιά πλήρη θείου έρωτος προσήλθε στην Μονή των Φλαβιανών που ήταν κοντά στην γενέτειρά του. Παρά τις προσπάθειες των συγγενών του να τον απομακρύνουν, ο Σάββας έμεινε στην Μονή και γρήγορα μυήθηκε στην τάξη του μοναχικού βίου και ιδιαίτερα στην εγκράτεια και στην αποστήθιση του Ψαλτηρίου. Μια ημέρα, την ώρα που εργαζόταν στον κήπο, του ήλθε η επιθυμία να φάει ένα μήλο. Μόλις όμως το έκοψε από το δέντρο, αμέσως κατανίκησε τον δαίμονα της γαστριμαργίας πετώντας το μήλο καταγής λέγοντας: 
     «Ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν 
     καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν 
     θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδάμ,
     αὐτοῦ προτιμήσαντος 
     τοῦ νοητοῦ κάλλους
     τὸ τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς 
     φανὲν τερπνὸν
     καὶ τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων 
     τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς 
     τιμιωτέραν θεμένου, 
     δι’ οὗ καὶ ὁ θάνατος 
     εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν· 
     μὴ τοίνυν ἀπονεύσω 
     τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
     ψυχικῶν τινι νυσταγμῶν βαρηθείς· 
     ὥσπερ γὰρ πάσης προηγεῖται ἄνθος, 
     οὕτως ἡ ἐγκράτεια
     πάσης προηγείται ἀγαθοεργίας»
     (βλ. Κύριλλος Σκυθοπολίτης:
     «Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα»,
     Φιλοκαλία, ΕΠΕ 5, 195-445).

     Και για να κατατροπώσει τελείως τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας, μέχρι τέλους του βίου του δεν έφαγε ποτέ του μήλο. Το μικρό παιδί ήταν τόσο αποφασισμένο και είχε αποκτήσει τόση ωριμότητα, ώστε αφιερωνόταν στους αγώνες της νηστείας και της αγρυπνίας ωσάν έμπειρος ασκητής και υπερέβαινε τους συμμοναστές του στην ταπείνωση, την υπακοή και την εγκράτεια.

     Μετά από δέκα χρόνια στην μονή, έλαβε την ευλογία του ηγουμένου να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα (456). Πληροφορήθηκε την φήμη του οσίου Ευθυμίου [20 Ιαν.] και με δάκρυα στα μάτια τον ικέτευσε να τον δεχθεί μεταξύ των μαθητών του· ο όσιος γέροντας όμως τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο που διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος [3 Σεπτ.], διότι δεν συνήθιζε να δέχεται αγένειους νέους μεταξύ των σκληραγωγημένων ασκητών της ερήμου.

     Υπόδειγμα ταπείνωσης και αποκοπής του ιδίου θελήματος, ο Σάββας υπό την καθοδήγηση του Θεοκτίστου, αφιέρωνε όλη την ημέρα στην υπηρεσία των αδελφών και περνούσε όλη την νύχτα δοξολογώντας τον Κύριο. Σε τέτοια τελειότητα αρετής είχε φθάσει, ώστε ο άγιος Ευθύμιος τον ονόμασε «παιδαριογέροντα».


     Μετά την κοίμηση του Θεοκτίστου (469), ο Σάββας πήρε ευλογία να αποσυρθεί και να ασκητεύσει μόνος σ’ ένα σπήλαιο σε κάποια απόσταση από το κοινόβιο. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδας προσευχόταν αδιαλείπτως σε απόλυτη νηστεία, έχοντας ως εργόχειρο το πλέξιμο καλαθιών από φύλλα φοινίκων. Το Σάββατο και την Κυριακή ερχόταν στο κοινόβιο για να εκκλησιαστεί και να φάει στην τράπεζα μαζί με τους αδελφούς. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από τις 14 Ιανουαρίου έως την Κυριακή των Βαΐων), ο όσιος Ευθύμιος συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του στην έρημο «Ρουβά» για να ασκηθεί στις υψηλότερες αρετές, πλησιάζοντας τον Κύριο με σιωπή και μέσα στην απουσία κάθε ανθρώπινης παρηγοριάς. Έφθασε έτσι ο Σάββας στα μέτρα των μεγάλων ασκητών της ευσεβείας και μετά την κοίμηση του οσίου Ευθυμίου αποσύρθηκε οριστικά στην αδυσώπητη έρημο για να αντιμετωπίσει ολομόναχος τον Σατανά και τους δούλους του, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού και την επίκληση του αγίου Ονόματος του Χριστού.

     Μετά τέσσερα χρόνια στην έρημο, ένας άγγελος τον οδήγησε σ’ ένα σπήλαιο στο χείλος μιας ρεματιάς της αριστερής όχθης του χειμάρρου των Κέδρων. Πέρασε πέντε χρόνια (478-483) αφιερωμένος στην προσευχή και στην θεωρία. Κατόπιν, έχοντας πληροφορία από τον Θεό ότι ήταν πλέον καιρός, άρχισε να δέχεται μαθητές. Σε καθέναν έδινε ένα κελλί σ’ ένα από τα πολλά σπήλαια της περιοχής και τους δίδασκε έμπρακτα τις αρετές του μοναχικού βίου. Καθώς οι μαθητές του είχαν φθάσει στους εβδομήντα, εισακούσθηκαν οι προσευχές του αγίου και ο Κύριος έκανε να αναβλύσει μια πηγή στην ρεματιά για την παρηγοριά τους. Για τις κοινές ακολουθίες οι αδελφοί συγκεντρώνονταν σ’ ένα μεγάλο σε σχήμα ναού σπήλαιο, το οποίο ανακάλυψε ο όσιος Σάββας οδηγούμενος από πύρινο στύλο. Η λαύρα μεγάλωνε αδιάκοπα· εκατόν πενήντα ασκητές εγκαταβίωναν εκεί και μεγάλος ήταν ο αριθμός των προσκυνητών που προσέρχονταν για να βρουν την υγεία τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, χάρις στα οποία καλύπτονταν όλες οι ανάγκες των μοναχών, που έτσι απέφευγαν τις βιοτικές μέριμνες. Παρά την επιθυμία του να αποφύγει την Ιερωσύνη, ο ταπεινός Σάββας αναγκάσθηκε να δεχθεί την χειροτονία σε πρεσβύτερο, σε ηλικία πενήντα τριών ετών, για να διασφαλίσει την σωστή τάξη του πνευματικού ποιμνίου του.


     Ο μεγάλος αριθμός των μαθητών δεν εμπόδισε ωστόσο τον πόθο του για την ησυχία και, κάθε χρόνο, πιστός στις συνήθειες του πνευματικού του πατρός Ευθυμίου, αποσύρονταν στα βάθη της ερήμου την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μια χρονιά εγκαταστάθηκε στον λόφο του Καστελλίου, τον οποίον λυμαίνονταν δαίμονες. Αφού τους εξεδίωξε με τις προσευχές του, ίδρυσε εκεί ένα νέο κοινοβιακό μοναστήρι για ήδη δοκιμασμένους μοναχούς (492). Για εκείνους που είχαν μόλις αποτάξει τα εγκόσμια ίδρυσε ένα τρίτο καθίδρυμα, βόρεια της λαύρας, ώστε να διδαχθούν τα του ασκητικού βίου και να μάθουν από στήθους το Ψαλτήριο. Άφησε να εγκαταβιώνουν κατά μόνας μόνο οι έμπειροι μοναχοί, που είχαν ήδη αξιωθεί της διάκρισης των λογισμών και της νήψης, ήταν ταπεινοί στην καρδιά και είχαν πλήρως αποκόψει το ίδιον θέλημα. Όσο για τους αγένειους νέους, τους έστειλε στο κοινόβιο του αγίου Θεοδοσίου [11 Ιαν.].

     Καθώς την εποχή εκείνη οι πολυάριθμοι μοναχοί της Παλαιστίνης ταράσσονταν από τις μηχανεύσεις των αιρετικών μονοφυσιτών που αντιτίθεντο στην Σύνοδο της Χαλκηδόνος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σαλούστιος όρισε τον άγιο Θεοδόσιο και τον άγιο Σάββα αρχιμανδρίτες και εξάρχους (494) όλων των μονών που εξαρτώντο από την Αγία Πόλη: τον Θεοδόσιο για τους κοινοβιάτες και τον Σάββα για τους αναχωρητές και τους κελλιώτες μοναχούς στις λαύρες. Φοβερός πολέμιος των δαιμόνων, ο άγιος Σάββας ήταν όλος πραότητα και διάκριση έναντι των ανθρώπων. Έτσι, όταν δύο φορές κάποιοι από τους μοναχούς του στράφηκαν εναντίον του (490 και 503), ο όσιος γέροντας αποσύρθηκε οικειοθελώς δίχως να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί ή να επιβάλει την εξουσία του, και δέχθηκε να επανέλθει στην θέση και το αξίωμά του μόνον κατόπιν επίμονης παράκλησης του Πατριάρχη.

     Έχοντας κατακτήσει την μακαρία απάθεια, ακλόνητα προσηλωμένος στον Κύριο, ο άγιος Σάββας ειρήνευε τα θηρία, θεράπευε τους αρρώστους και με τις προσευχές του έφερνε ευεργετικές βροχές στην περιοχή εκείνη που την έπληττε ξηρασία και λιμός. Ίδρυσε και άλλα μοναστήρια, ώστε πέρα από το λειτούργημα του εξάρχου των ερημιτών ήταν ηγούμενος επτά μοναστηριών. Ο οικιστής αυτός της ερήμου καθοδηγούσε με σύνεση τις λεγεώνες των πνευματικών πολεμιστών του και προσπαθούσε να τις διατηρήσει στην ενότητα της Πίστεως. Το 512 εστάλη μαζί με άλλους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), που ευνοούσε τους μονοφυσίτες, για να στηρίξει την Ορθόδοξη Πίστη και να αποσπάσει φορολογικές ελαφρύνσεις υπέρ της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Ο πτωχός, ταπεινός και ρακένδυτος αυτός ασκητής, τον οποίον οι φρουροί των ανακτόρων στην αρχή τον απομάκρυναν νομίζοντάς τον για ζητιάνο, έκανε μεγάλη εντύπωση στον αυτοκράτορα και, καθ’ όλη την μακρά παραμονή του στην Βασιλεύουσα, ο Αναστάσιος συχνά τον καλούσε στο παλάτι για να ωφεληθεί από τις διδαχές του. Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ο άγιος Σάββας αναγκάσθηκε να αγωνισθεί πεισματικά ενάντια στις μηχανεύσεις του αιρετικού πατριάρχη Αντιοχείας Σεβήρου. Το 516, ο Σεβήρος, έχοντας εκ νέου παρασύρει τον αυτοκράτορα στα δίχτυα της πλάνης, κατόρθωσε να εκδιώξει τον άγιο Ηλία [20 Ιουλ.] από τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων. Με προτροπή όμως του οσίου Σάββα και του οσίου Θεοδοσίου, έξι χιλιάδες μοναχοί συγκεντρώθηκαν για να πείσουν τον διάδοχό του Ιωάννη να υπεραμυνθεί της Συνόδου της Χαλκηδόνος. Καθώς μετά από αυτήν την διαδήλωση ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να κάνει χρήση βίας, ο Σάββας τού έστειλε εξ ονόματος όλων των μοναχών των Αγίων Τόπων μια θαρραλέα αναφορά. Την ίδια χρονιά (518) πέθανε ο Αναστάσιος και, δόξα τω Θεώ, ο διάδοχός του Ιουστίνος Α΄ (518-527) υπερασπίσθηκε την Ορθόδοξη Πίστη και διέταξε να εγγραφεί η Σύνοδος της Χαλκηδόνος στα ιερά δίπτυχα. Ο άγιος Σάββας εστάλη τότε στην Σκυθόπολη και στην Καισάρεια για να αναγγείλει ο ίδιος την νίκη, εν μέσω της γενικής χαράς.
              
                  
     Το 531, μετά την αιματηρή εξέγερση των Σαμαρειτών, ο Γέροντας εστάλη εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη, στον ευλαβή αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565), ζητώντας την συνδρομή και την προστασία του. Επιστρέφοντας προφήτευσε στον αυτοκράτορα την επανάκτηση της Ρώμης και της Αφρικής καθώς και την οριστική νίκη επί του μονοφυσιτισμού, του νεστοριανισμού και του ωριγενισμού, που θα αποτελούσε την δόξα της βασιλείας του.

     Επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα, ο άγιος Σάββας έγινε δεκτός με μεγάλες χαρές και ο ακαταπόνητος αυτός εργάτης του Κυρίου βρήκε τον χρόνο να ιδρύσει άλλη μια μονή, την λεγομένη του Ιερεμίου, προτού αποσυρθεί οριστικά στην Μεγάλη Λαύρα. Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ασθένησε και εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου του 532. Το σκήνωμά του, το οποίο θαυματουργικώς διατηρήθηκε άφθορο, κατατέθηκε αρχικά στην Λαύρα, παρουσία πλήθους κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Την εποχή των σταυροφοριών μεταφέρθηκε στην Βενετία και πρόσφατα επεστράφη στην μονή του (13/26 Οκτωβρίου 1965).

     Η Λαύρα του αγίου Σάββα έγινε στην συνέχεια κοινοβιακή μονή και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία του μοναχισμού και της Εκκλησίας στην Παλαιστίνη. Πραγματικά, μεγάλος ο αριθμός των αγίων που εγκαταβίωσαν εκεί: Ιωάννης ο Δαμασκηνός [4 Δεκ.], Κοσμάς του Μαϊουμά [14 Οκτ.], Στέφανος όσιος [28 Οκτ.], Ανδρέας Κρήτης [4 Ιουλ.], κ.α. Εκεί συντάχθηκε και καθιερώθηκε και το «Τυπικόν» που ακόμη και σήμερα κανονίζει τις ιερές ακολουθίες μας και εκεί επίσης εγράφησαν πολλοί από τους θεϊκούς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.
  


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς,
τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας·
καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς,
εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας·
καὶ γέγονας φωστήρ,
τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι,
Σάββα Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε.
Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ὁσίων ἀκρότης
καὶ Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος,
ὡς ἡγιασμένος ἐδείχθης,
ἐκ παιδὸς Σάββα Ὅσιε·
οὐράνιον γὰρ βίον ὑπελθών,
πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς,
διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς,
τοὺς πίστει ἐκβοῶντάς σοι·
δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ,
πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς ἀπὸ βρέφους τῷ Θεῷ θυσία ἄμωμος,
προσενεχθεὶς δι’ ἀρετῆς Σάββα μακάριε,
Τῷ σὲ πρὶν γεννηθῆναι ἐπισταμένῳ,
ἐχρημάτισας Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα,
πολιστής τε τῆς ἐρήμου ἀξιέπαινος,
διὸ κράζω σοι· χαίροις Πάτερ ἀοίδιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
φθης ὑποτύπωσις καὶ κανών,
θεοφόρε Σάββα,
ὡς τοῦ Πνεύματος θησαυρός,
Ὁσίων Πατέρων,
ῥυθμίζων καὶ ἰθύνων,
πρὸς κλῆρον ἀφθαρσίας,
τοὺς πειθομένους σοι.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 51–56.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.