Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


     Ο άγιος και ένδοξος μάρτυς του Χριστού Παντελεήμων γεννήθηκε στην Νικομήδεια από πατέρα ειδωλολάτρη, τον Ευστόργιο, που είχε το αξίωμα του συγκλητικού, και μητέρα χριστιανή, την Ευβούλη, οι οποίοι του έδωσαν το όνομα Παντολέων. Την μόρφωσή του εμπιστεύθηκαν σε έναν φημισμένο ιατρό, τον Ευστόργιο, και σε λίγο χρόνο ο Παντολέων απέκτησε τέλεια γνώση της ιατρικής επιστήμης σε σημείο μάλιστα που ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός Γαλέριος, μαθαίνοντας για τις ικανότητές του, σχεδίαζε να τον προσλάβει στο παλάτι ως προσωπικό του γιατρό. Καθημερινά ο νεαρός Παντολέων περνούσε μπροστά από το σπίτι όπου κρυβόταν ο άγιος Ερμόλαος [26 Ιουλ.], και ο όσιος ιερέας διακρίνοντας στην όψη του το ποιόν της ψυχής του, τον προσκάλεσε μία ημέρα να εισέλθει στο σπίτι και άρχισε να του διδάσκει ότι η ιατρική επιστήμη δεν μπορεί να προσφέρει παρά αδύναμη ανακούφιση στην πάσχουσα φύση μας την υποκείμενη στον θάνατο και ότι μόνο ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Ιατρός, ήλθε να μας χαρίσει την Σωτηρία, δίχως φάρμακα και δωρεάν. Η καρδιά του Παντολέοντος γέμισε χαρά ακούγοντας τα λόγια αυτά, και έτσι ο νέος άρχισε να συχνάζει στο σπίτι του Ερμολάου, από τον οποίο κατηχήθηκε στο μεγάλο Μυστήριο της Πίστεως. Μία ημέρα επιστρέφοντας από τον Ευφρόσυνο, βρήκε στον δρόμο ένα παιδί νεκρό από δάγκωμα οχιάς. Κρίνοντας πως είχε έλθει η ώρα να δοκιμάσει την αλήθεια των επαγγελιών του Ερμολάου, ο Παντολέων επικαλέσθηκε το Όνομα του Χριστού και αμέσως το παιδί αναστήθηκε και το φίδι ψόφησε. Έτρεξε στον Ερμόλαο γεμάτος χαρά και ζήτησε να λάβει δίχως χρονοτριβή το άγιο Βάπτισμα. Έμεινε κατόπιν κοντά στον άγιο γέροντα για να χαρεί τις διδαχές του και επέστρεψε στο σπίτι του την όγδοη ημέρα. Στις ερωτήσεις του ανήσυχου πατέρα του απάντησε ότι είχε μείνει στο παλάτι ασχολούμενος με την νοσηλεία ενός ανθρώπου του αυτοκράτορα. Κρατώντας ακόμη μυστικό το γεγονός της μεταστροφής του, προσπάθησε εν τούτοις με μεγάλο ζήλο να πείσει τον Ευστόργιο για την ματαιότητα της λατρείας των ειδώλων.


     Λίγο αργότερα, έφεραν στον συγκλητικό έναν τυφλό που παρακάλεσε τον Παντολέοντα να τον θεραπεύσει, γιατί είχε αναλώσει χωρίς αποτέλεσμα την περιουσία του σε άλλους γιατρούς. Έχοντας την εμπιστοσύνη του στον Χριστό που ενοικούσε πλέον μέσα του με δύναμη, ο νέος διαβεβαίωσε τον έκπληκτο πατέρα του ότι θα τον θεράπευε με την χάρη του Διδασκάλου του. Σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τα μάτια του τυφλού, επικαλούμενος τον Χριστό, και αμέσως ο άνθρωπος βρήκε το φως όχι μόνο των σωματικών οφθαλμών του, αλλά και εκείνων της ψυχής, γιατί αναγνώρισε πως ο Χριστός τον είχε θεραπεύσει. Βαπτίσθηκε από τον άγιο Ερμόλαο μαζί με τον Ευστόργιο, ο οποίος εκοιμήθη εν ειρήνη λίγο αργότερα.


     Ο Παντολέων μοίρασε τότε την κληρονομία του στους πτωχούς, ελευθέρωσε τους δούλους του και επιδόθηκε με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο στην φροντίδα των ασθενών, από τους οποίους ζητούσε αντί άλλης αμοιβής να πιστέψουν στον Χριστό που είχε έλθει στον κόσμο να μας θεραπεύσει από όλες τις αρρώστιες μας. Οι άλλοι γιατροί της Νικομήδειας άρχισαν να τον φθονούν και, καθώς είχε φροντίσει έναν ασθενή που μόλις είχε βασανισθεί με εντολή του αυτοκράτορα, άδραξαν την ευκαιρία για να τον καταδώσουν στον Μαξιμιανό. Ακούγοντας με λύπη την κατάθεση κατά του προστατευομένου του, ο αυτοκράτορας κάλεσε τον πρώην τυφλό και τον ανέκρινε σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποίησε ο Παντολέων για να του δώσει το φως του. Όπως ο εκ γενετής τυφλός του Ευαγγελίου, έτσι και ο άνθρωπος αυτός αποκρίθηκε με απλότητα ότι τον είχε θεραπεύσει ο Παντολέων επικαλούμενος το Όνομα του Χριστού και ότι το θαύμα αυτό του είχε χαρίσει το αληθινό φως της Πίστεως. Εξοργισμένος ο αυτοκράτορας, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν και έστειλε τους ανθρώπους του να αναζητήσουν τον Παντολέοντα. Όταν ο άγιος βρέθηκε ενώπιόν του, τον έμεμψε ότι είχε προδώσει την εμπιστοσύνη του και τον κατηγόρησε για ύβρη κατά του Ασκληπιού και των άλλων θεών με την πίστη του στον Χριστό, έναν άνθρωπο που πέθανε σταυρωμένος. Ο άγιος τού απάντησε ότι η πίστη και η ευσέβεια απέναντι στον αληθινό Θεό είναι ανώτερες από τα πλούτη και όλες τις τιμές του μάταιου τούτου κόσμου και, για του λόγου το ασφαλές, πρότεινε στον Μαξιμιανό να τον δοκιμάσει. Έφεραν λοιπόν έναν παραλυτικό υπέρ του οποίου ανέπεμψαν κατ’ αρχήν δέηση οι ιερείς των ειδώλων, υπό την χλεύη του αγίου, χωρίς να φέρουν όμως κανένα αποτέλεσμα. Ο Παντολέων τότε ανέπεμψε την προσευχή του στον Κύριο και παίρνοντας το χέρι τον παραλυτικό τον θεράπευσε στο Όνομα του Χριστού. Πολλοί ειδωλολάτρες βλέποντας τον άνθρωπο να βαδίζει περιχαρής πίστεψαν στον Θεό, ενώ οι εθνικοί ιερείς πίεσαν τον αυτοκράτορα να θανατώσει τον επικίνδυνο αυτό ανταγωνιστή.


     Καθώς ο Μαξιμιανός τού υπενθύμισε τα μαρτύρια στα οποία είχε υποβληθεί ο άγιος Άνθιμος, αρχιεπίσκοπος της Νικομηδείας [3 Σεπτ.], ο Παντολέων αποκρίθηκε ότι εάν ένας γέρος άνθρωπος είχε επιδείξει τόσο θάρρος, πολύ περισσότερο οι νέοι θα έπρεπε να αποδειχθούν ανδρείοι στην δοκιμασία. Αφού ούτε οι κολακείες ούτε οι απειλές δεν μπόρεσαν να τον κάνουν να ενδώσει, ο τύραννος τον παρέδωσε στα βασανιστήρια. Τον έδεσαν σε έναν στύλο και του ξέσχισαν τα πλευρά με σιδερένια νύχια, ενώ εν συνεχεία έκαυσαν τις πληγές με δαυλούς. Ο Χριστός όμως εμφανιζόμενος στον άγιο με την μορφή του πνευματικού του πατρός, του Ερμολάου, του είπε: «Μην φοβάσαι τίποτε, τέκνο μου, γιατί Εγώ είμαι μαζί σου και θα έχεις την αρωγή Μου σε ό,τι κι αν πάθεις για Μένα». Αμέσως οι δαυλοί έσβησαν και οι πληγές του αγίου θεραπεύθηκαν. Από την στιγμή εκείνη, ο Κύριος τον συνόδευε και τον κρατούσε αβλαβή σε όλες τις δοκιμασίες, είτε όταν τον έριξαν σε λιωμένο μολύβι είτε όταν τον πέταξαν στην θάλασσα δεμένο με μια βαριά πέτρα. Εν συνεχεία τον παρέδωσαν στα θηρία, αλλά κι εκεί ο Χριστός τον προστάτευσε και τα ζώα έρχονταν να κυλιστούν στα πόδια του γλείφοντάς τα τρυφερά σαν να ήταν κατοικίδια. Ο τύραννος όμως, παραμένοντας πιο άγριος και από τα άλογα ζώα, διέταξε να δέσουν τον άγιο σε έναν τροχό εφοδιασμένο με κοφτερές λάμες που τον άφησαν να κυλήσει από υψηλό τόπο μπροστά σε όλη την πόλη που είχε συγκεντρωθεί για το θέαμα. Πάλι ο Κύριος παρενέβη θαυματουργικά, λύοντας τον δούλο Του από τα δεσμά του, ενώ ο τροχός στο πέρασμά του συνέτριψε πλήθος ειδωλολατρών.


     Στις ερωτήσεις του Μαξιμιανού που ήθελε να μάθει από ποιον είχε την δύναμη αυτή και πώς οδηγήθηκε στην χριστιανική Πίστη, ο Παντολέων υπέδειξε το μέρος που κρυβόταν ο Ερμόλαος, διότι ο Θεός τού είχε αποκαλύψει ότι είχε φθάσει ο καιρός, εκείνος και ο διδάσκαλός του, να ομολογήσουν και να τελειωθούν διά του μαρτυρίου. Μετά τον ένδοξο θάνατο του αγίου Ερμολάου και των συν αυτώ, ο τύραννος κάλεσε εκ νέου τον Παντολέοντα και, υποκρινόμενος ότι οι μάρτυρες είχαν δήθεν λυγίσει, προσπάθησε να τον πείσει να θυσιάσει. Αντί για άλλη απάντηση, ο άγιος ζήτησε να τους δει. Ο ηγεμόνας απάντησε ότι τους είχε στείλει σε άλλη πόλη και ο Παντολέων είπε προς αυτόν: «Είπες την αλήθεια χωρίς να το θέλεις, ψεύτη, γιατί αυτοί τώρα βρίσκονται στην Άνω Ιερουσαλήμ». Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να νικήσει την αποφασιστικότητά του, ο Μαξιμιανός διέταξε να τον αποκεφαλίσουν και να κάψουν το σώμα του.


     Ο άγιος έφθασε περιχαρής στον τόπο της θανάτωσης έξω από την πόλη, αλλά την στιγμή που ο δήμιος ύψωσε το ξίφος του, το ξίφος έλιωσε όπως το κερί στην φωτιά. Μπροστά στο θαύμα αυτό, οι στρατιώτες που ήσαν εκεί ομολόγησαν το Όνομα του Χριστού. Ο Παντολέων τούς παρότρυνε ωστόσο να εκπληρώσουν το έργο τους και ανέπεμψε μια τελευταία προσευχή. Μια φωνή εξ ουρανού τού απάντησε: «Δούλε πιστέ, η επιθυμία σου θα εκπληρωθεί, οι πύλες του Ουρανού είναι ανοικτές για σένα, ο στέφανός σου έτοιμος. Θα υπάρξει εφεξής καταφυγή των απεγνωσμένων, αρωγή των δοκιμαζομένων, ιατρός των ασθενών και τρόμος των δαιμόνων, γι’ αυτό το όνομά σου δεν θα είναι πια Παντολέων, αλλά Παντελεήμων». Έκλινε τότε τον αυχένα και, όταν έπεσε η κεφαλή του, γάλα έτρεξε από τον λαιμό του, το σώμα του έγινε λευκό σαν το χιόνι και η ξερή ελιά στην οποία ήταν δεμένος πρασίνισε αίφνης και έδωσε πλούσιο καρπό. Οι στρατιώτες, που είχαν διαταχθεί να κάψουν το λείψανο του αγίου, το παρέδωσαν σε πιστούς που το έθαψαν με τιμή στο κτήμα του Αδαμαντίνου του Σχολαστικού και πήγαν να διαδώσουν το Καλό Άγγελμα σε άλλους τόπους. Έκτοτε τα τίμια λείψανα του αγίου Παντελεήμονος δεν έπαυσαν να χαρίζουν την ίαση και την Χάρη του Χριστού, του μόνου Ιατρού των ψυχών και των σωμάτων, σε όσους τα ασπάζονται με πίστη και ευλάβεια.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος γ΄.
θλοφόρε Ἅγιε
καὶ ἰαματικὲ Παντελεῆμον,
πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ,
ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν,
παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

— ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος ὁ αὐτός. Θείας πίστεως.
Χάριν ἔνθεον, εἰσδεδεγμένος,
ῥῶσιν ἄφθονον ἀεὶ παρέχεις,
καὶ ψυχῶν τε καὶ σωμάτων τὴν ἴασιν,
τοῖς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προστρέχουσι,
Παντελεῆμον ἐλέους θησαύρισμα,
Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. α΄. Αὐτόμελον.
Μιμητὴς ὑπάρχων τοῦ Ἐλεήμονος,
καὶ ἰαμάτων τὴν χάριν
παρ’ αὐτοῦ κομισάμενος,
Ἀθλοφόρε καὶ Μάρτυς
Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,
ταῖς εὐχαῖς σου
τὰς ψυχικὰς ἡμῶν νόσους θεράπευσον,
ἀπελαύνων τοῦ ἀεὶ πολεμίου τὰ σκάνδαλα,
ἐκ τῶν βοώντων ἀπαύστως·
Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
εῖθρα ἰαμάτων ὡς ἐκ πηγῆς,
χάριτι θαυμάτων,
βλύζει χρήζουσι δωρεάν,
ὁ Παντελεήμων, ὁ πάνσοφος ἀκέστωρ·
οἱ ῥώσεως διψῶντες, δεῦτε ἀρύσασθε.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος, Ιούλιος, σελ. 303–305.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


     Η αγία μεγαλομάρτυς Παρασκευή γεννήθηκε σε χωριό κοντά στην Ρώμη κατά τους χρόνους του Αδριανού (117-138) από γονείς χριστιανούς, τον Αγάθωνα και την Πολιτεία, οι οποίοι παρακαλούσαν χρόνια τον Κύριο να τους δώσει τέκνο. Ο Θεός, που ικανοποιεί πάντα την επιθυμία των φοβουμένων Αυτόν (πρβλ. Ψαλμ. 144, 19), τους χάρισε μια θυγατέρα, την οποία ονόμασαν Παρασκευή λόγω της ημέρας της γεννήσεώς της και από ευλάβεια προς το ζωοποιό Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Από την πιο τρυφερή ηλικία της αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στα θεάρεστα έργα. Δεν ένιωθε καμία έλξη για τα θορυβώδη παιγνίδια της ηλικίας της, αλλά περνούσε τον καιρό της είτε στην εκκλησία, παρακολουθώντας τις ιερές Ακολουθίες, είτε στο σπίτι, καταγινόμενη στην μελέτη του Λόγου του Θεού και την προσευχή. Όταν πέθαναν οι γονείς, ενώ ήταν δώδεκα ετών, κατ’ άλλους είκοσι ετών, διαμοίρασε τα μεγάλα πλούτη της στους πτωχούς και κατόπιν αποσύρθηκε σε μονή, όπου ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Αφού πέρασε κάποιο διάστημα με πλήρη υποταγή στην ηγουμένη της, διψώντας να κάνει και τους άλλους ανθρώπους κοινωνούς του θησαυρού της Πίστεως, εγκατέλειψε την μονή για να κηρύξει το Όνομα του Χριστού στα χωριά και στην ύπαιθρο. Έφερε σε θεογνωσία πλήθος ειδωλολατρών, προκαλώντας τον φθόνο και το μίσος των Εβραίων, που την κατήγγειλαν στον βασιλέα της περιοχής στην οποία βρισκόταν (σύμφωνα με τις νεώτερες εκδοχές του Μαρτυρίου, στον νέο αυτοκράτορα Αντώνιο τον Ευσεβή [περί το 140]). Ο ηγεμόνας πρόσταξε να συλλάβουν την ευγενή χριστιανή και να την οδηγήσουν ενώπιόν του. Όταν την είδε, έμεινε έκθαμβος μπροστά στο κάλλος της, κατόπιν δε προσπάθησε να την προσελκύσει με κολακείες λέγοντας: «Αν πεισθείς στα λόγια μου και θυσιάσεις στους θεούς, θα λάβεις πολλά αγαθά· αν όμως επιμείνεις, να ξέρεις ότι θα υποστείς τρομερά βασανιστήρια». Η τρυφερή κόρη τού αποκρίθηκε με ανδρείο φρόνημα: «Ποτέ δεν πρόκειται να αρνηθώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό και κανένα μαρτύριο δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη Του. Εκείνος είναι που είπε: “Εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος Με ακολουθεί δεν θα πλανιέται στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής” (Ιωάν. 8, 12). Όσο για τους θεούς σας, “αυτούς που δεν έφταιξαν μήτε τον ουρανό μήτε την γη, να χαθούν από προσώπου γης και να καταποντισθούν κάτω απ’ αυτό τον ουρανό” (Ιερ. 10, 11)».


     Ξεχείλισε τότε η οργή του ηγεμόνα και έδωσε εντολή στους στρατιώτες να φορέσουν στο κεφάλι της αγίας πυρακτωμένη περικεφαλαία. Η αγία Παρασκευή όμως, λουσμένη στην θεϊκή δρόσο, όπως οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνω, δεν ένιωσε κανέναν πόνο. Αφού ξερίζωσαν τα στήθη της, την έριξαν στην φυλακή με μία ασήκωτη πέτρα πάνω στο στήθος· άγγελος όμως Κυρίου επεφάνη μέσα σε μεγάλο σεισμό και θεράπευσε την αγία κόρη. Μπροστά στο θαύμα αυτό, εβδομήντα στρατιώτες της φρουράς πίστεψαν στον Χριστό και αμέσως εκτελέσθηκαν με εντολή του τυράννου, ο οποίος κάλεσε εκ νέου την Παρασκευή ενώπιόν του. Όταν εκείνη επανέλαβε την φλογερή ομολογία της, έκαυσαν καζάνι γεμάτο λάδι και πίσσα και την έβαλαν μέσα. Αλλά κι εκεί ακόμη, καθώς το σώμα της είχε λάβει με την άσκηση και την αγνεία τον αρραβώνα της μελλούσης αφθαρσίας, η αγία παρέμεινε αβλαβής. Θεωρώντας πως το μείγμα δεν ήταν αρκετά καυτό, ο τύραννος πλησίασε και, κατά τις νεώτερες εκδοχές, τυφλώθηκε από το μείγμα λαδιού και πίσσας που του έριξε η Παρασκευή. Υπό την επίδραση του πόνου ήλθε σε επίγνωση του αμαρτήματός του και άρχισε να φωνάζει: «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, και δώσε μου πίσω το φως μου κι εγώ θα πιστέψω στον Θεό που κηρύττεις». Με την προσευχή της αγίας, όχι μόνο ξαναβρήκε το φως των ματιών του, αλλά έλαβε και το φως της Πίστεως και, κατόπιν αιτήματός του, βαπτίσθηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδος μαζί με όλους τους σωματοφύλακές του.


     Η αγία Παρασκευή αφέθηκε ελεύθερη για να συνεχίσει την αποστολή της. Βρισκόταν σε πόλη που διοικούσε κάποιος Ασκληπιός και κήρυττε εκεί τον Χριστό, όταν συνελήφθη και οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Ο Ασκληπιός τής ζήτησε να δηλώσει την ταυτότητά της και η αγία σφράγισε τον εαυτό της με το σημείο του Σταυρού και δήλωσε ότι ήταν δούλη του Θεού ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και την γη, προσφέρθηκε στον Σταυρό και στον θάνατο για την Σωτηρία μας και θα επιστρέψει εν δόξη για να κρίνει ζώντας και νεκρούς. Ο τύραννος πρόσταξε να ραβδισθεί, αλλά η αγία συνέχιζε να δοξάζει τον Θεό με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, ενώ όταν ο Ασκληπιός διέκοψε τους δημίους για να της προτείνει να θυσιάσει, τον έφτυσε περιφρονητικά στο πρόσωπο. Έξαλλος εκείνος διέταξε να μαστιγωθεί μέχρις οστέων. Μετά από μία νύκτα όμως που πέρασε στο κελλί της, οι στρατιώτες την βρήκαν το πρωί σώα και αβλαβή. Η Παρασκευή ζήτησε από τον βασιλέα να μεταβεί στον ναό του Απόλλωνος και όλοι οι εθνικοί χάρηκαν πιστεύοντας ότι θα θυσίαζε. Αφού προσευχήθηκε επί μακρόν, η αγία έκανε το σημείο του Σταυρού και τα είδωλα γκρεμίσθηκαν με μεγάλο πάταγο κάνοντας τον λαό να αναφωνήσει: «Μέγας είναι ο Θεός των χριστιανών!». Οι ιερείς των ειδώλων μαινόμενοι απαίτησαν από τον βασιλιά να τελειώνει μαζί της και έριξαν την Παρασκευή σε λάκκο, όπου θανάτωσε με την προσευχή της τον δράκο και τα ερπετά που βρίσκονταν εκεί μέσα.


     Βλέποντας ότι όλα τα μέσα απέβαιναν άκαρπα, ο Ασκληπιός έστειλε την δούλη του Θεού σε άλλο βασίλειο, που το κυβερνούσε ο σκληρός Ταράσιος. Στον τόπο εκείνο θεράπευσε, επικαλούμενη το Όνομα του Χριστού, όλους τους ασθενείς που της έφεραν, αλλά όταν ο βασιλέας το πληροφορήθηκε, πρόσταξε να την οδηγήσουν στο δικαστήριο και, κατηγορώντας την ότι έκανε μάγια, διέταξε να την ρίξουν σε δυσώδη λάκκο με δηλητηριώδη ζώα. Με το σημείο του Σταυρού ο κόπρος αυτός ομοιώθηκε με ευωδιαστό ανοιξιάτικο λιβάδι και υπό την προστασία αγγέλου η αγία εξήλθε αβλαβής από όλα τα βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν. Ανίκανος πλέον να συγκρατήσει το μένος του, ο βασιλέας διέταξε τους δημίους να την αποκεφαλίσουν. Πέφτοντας στα γόνατα, η Παρασκευή προσευχήθηκε με δάκρυα, εμπιστευόμενη την γενναία ψυχή της στον Χριστό, τον Νυμφίο της, ζητώντας Του να συγχωρέσει τις αμαρτίες εκείνων που θα τιμούσαν την μνήμη της. Όταν το κεφάλι της έπεσε κάτω από το ξίφος, ακούστηκε ουράνια φωνή που την καλωσόριζε στην Βασιλεία των Ουρανών, την έλευση της οποίας είχε αναγγείλει με τους λόγους και τα έργα της. Έκτοτε τα διεσπαρμένα σε ιερούς ναούς τεμάχια από τα τίμια λείψανά της δεν έπαυσαν να επιτελούν πλήθος ιάσεων, ιδιαιτέρως σε όσους πάσχουν από παθήσεις των ματιών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, 
ἐργασαμένη φερώνυμε,
τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν,
εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι,
Παρασκευὴ Ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα,
καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν ναόν σου πάνσεμνε, ὡς ἰατρεῖον,
ψυχικὸν εὑράμενοι,
ἐν τούτῳ πάντες οι πιστοί,
μεγαλοφώνως τιμῶμέν σε,
Ὁσιομάρτυς Παρασκευὴ ἀοίδιμε.

— ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ Ἀθληφόρῳ οἱ πιστοὶ τὸν ὑμνητήριον
Παρασκευῇ δεῦτε συμφώνως ἀναμέλψωμεν·
Ἀπαστράπτει γὰρ τοῖς θαύμασιν ἐν τῷ κόσμῳ
Ἀπελαύνουσα τῆς πλάνης τὴν σκοτόμαιναν
Καὶ παρέχουσα πιστοῖς τὴν χάριν ἄφθονον
Τοῖς κραυγάζουσι, χαίροις Μάρτυς πολύαθλε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
Χαίροις Ἐκκλησίας ἡ λαμπηδών,
καὶ τῶν ἰαμάτων, πολυχεύμων ὅντως κρουνός· 
χαίροις προστασία, καὶ σκέπη οὐρανία,
Παρασκευὴ θεόφρον, τῶν εὐφημούντων σε.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος, Ιούλιος, σελ. 293–296.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ


     Η αγία Άννα, η οποία θεία χάριτι έγινε κατά σάρκα προμήτωρ (=γιαγιά) του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καταγόταν από την φυλή Λευί και ήταν υστερότοκη θυγατέρα του αρχιερέως Ματθάν και της συζύγου του Μαρίας, η οποία έφερε στον κόσμο άλλες δύο κόρες: την Μαρία και την Σοβή. Η πρωτότοκη Μαρία νυμφεύτηκε και γέννησε την Σαλώμη την μαία. Η δευτερότοκη Σοβή νυμφεύτηκε κι αυτή στην Βηθλεέμ και έφερε στον κόσμο την Ελισάβετ, την μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η Άννα νυμφεύτηκε στην Γαλιλαία τον συνετό Ιωακείμ και, μετά από μακρά περίοδο ατεκνίας, με την παρέμβαση του Θεού έφερε στον κόσμο την Μαρία την Παναγία Θεοτόκο. Έτσι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος Μαρία ήταν πρώτες εξαδέλφες, και ο Κύριος κατά το ανθρώπινον και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήσαν δεύτερα εξαδέλφια.


     Αφού γέννησε την Θεοτόκο, την οποία ο Κύριος εγκατέστησε στην κορυφή της ανθρώπινης αγιότητος, μόνην αυτήν ικανώς αγνή να δεχθεί μέσα της τον Σωτήρα του κόσμου, την αφιέρωσε σε ηλικία τριών ετών στον Ναό ως δώρο καθαρό και άμωμο. Έκτοτε η αγία Άννα πέρασε τον υπόλοιπο βίο της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες, αναμένοντας την εκπλήρωση των θείων επαγγελιών. Παρέδωσε την ψυχή εις χείρας Θεού σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Ο δε άγιος Ιωακείμ εκοιμήθη σε ηλικία ογδόντα ετών, αλλά αγνοούμε ποιος από τους δύο εξεδήμησε πρώτος προς Κύριον. Το μόνο που μας διέσωσε η παράδοση της Εκκλησίας είναι ότι η Θεοτόκος στερήθηκε τους γονείς της σε ηλικία ένδεκα ετών, ενώ βρισκόταν ακόμη στον Ναό.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος, Ιούλιος, σελ. 276.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ
Από τις Διδαχές του Γέροντος Ανθίμου


     Η Ορθόδοξη πίστη μας είναι πηγή με άφθονο γάργαρο νερό «που αναβλύζει αιώνια ζωή» (Ιωάν. 4, 14). Δυστυχώς, ελάχιστοι όμως, από τους νέους μας φεύγουν από την πηγή την καθάρια και πηγαίνουν στους βούρκους να βρουν νερό, να πιούν. Εδώ ισχύει ο λόγος του αποστόλου Παύλου: «Οι κακές συναναστροφές καταστρέφουν τον καλό χαρακτήρα» (Α΄ Κορ. 15, 33). Συναναστρεφόμενοι οι νέοι μας με διάφορους αλλόθρησκους παρασύρονται, γιατί είναι ακατατήχητοι στην πίστη, σαν τα ψόφια ψάρια, που πηγαίνουν όπου το ρεύμα του ποταμού τούς οδηγεί…

     Εμείς οι Ορθόδοξοι δεν πιστεύσαμε, μήτε πιστεύουμε απλώς και ως έτυχε. Μήτε θυσιάζουμε την ζωή μας και όλες τις χαρές του κόσμου για μια πίστη και μια αλήθεια που δεν έχουμε εξετάσει την ορθότητά της. Κάθε ένας μας έχει το σπίτι του, έχει το κτήμα του, έχει την περιουσία του. Όλα αυτά τα βεβαιώνουμε με τα συμβόλαια που έχουμε και τους μάρτυρες που διαθέτουμε. Στην πίστη για συμβόλαια έχουμε την Παλαιά Διαθήκη, η οποία έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά τριακόσια χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού και μάλιστα από Εβραίους, που είναι πολέμιοι του Χριστού· μάρτυρες δε έχουμε αυτούς που είδανε με τα ίδια τους τα μάτια τα θαυμαστά του Θεανθρώπου Ιησού· πρώτον τους Αποστόλους και δεύτερον τους Έλληνες, που πήγαν να Τον συναντήσουν και είδαν την νίκη της Αναστάσεως, την Ανάληψή Του στους ουρανούς και την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος στους μαθητές Του.


     Ο νους του ανθρώπου μέχρι την ηλικία των δέκα έξη ετών είναι ατελής και γι’ αυτό πέφτει σε πολλά παραπτώματα. Οι γονείς σε αυτή την ηλικία επιβάλλεται να ανατρέφουν τα τέκνα τους «με παιδεία και με νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. 6, 4). Αν τα παιδιά διδαχθούν από τους γονείς τους τα σωστά και βάλουν στερεή βάση και μπουν στον δρόμο τον ευθύ και αληθινό, που προφυλάσσει την υγεία του σώματος αλλά και την ψυχή ανεβάζει στο «καθ’ ομοίωσιν», τότε θα έχουν διαρκείς επιτυχίες στην ζωή τους και ζήσουν υγιείς, γιατί από τις καταχρήσεις της ανοησίας τους άλλοι είναι νευροπαθείς και άλλοι σχιζοφρενείς. Για να προλάβουμε όλες αυτές τις αρρωστημένες καταστάσεις πρέπει να έχουμε πρότυπό μας την εν Χριστώ ζωή και να είμαστε κοντά στην Εκκλησία, που είναι η κοινή μητέρα μας. Αυτή είναι η βασιλεία του Θεού, είναι το ίδιο το σώμα του Χριστού. Πρέπει να υποτασσόμαστε στην κεφαλή της Εκκλησίας μας, που είναι ο Χριστός, καθώς το σώμα υποτάσσεται στην κεφαλή. Αν επιστρέψει η νεολαία και υποταχθεί στον Χριστό, θα σωθεί, όπως επιβεβαιώνει ο Ίδιος: «Θα γιατρεύσω όσους επιστρέφουν σε Μένα» (Ματθ. 13, 15).

     Σήμερα οι νέοι έχουν εγωιστικό φρόνημα. Δεν δέχονται εύκολα να υποταχθούν στην Εκκλησία. Κάθε νέος έχει την δική του νοοτροπία. Όλοι τους είναι ανυπότακτοι, είναι τυφλοί και, όπως λέγει ο Κύριος: «Όταν ένας τυφλός οδηγεί τυφλόν, θα πέσουν και οι δύο στο χαντάκι» (Ματθ. 14, 15). Ευτυχώς πολλοί από αυτούς, αφού βάδισαν τον στρεβλό και ανάποδο δρόμο της ζωής, τον δρόμο του κακού, μετά συνήλθαν και γι’ αυτό τώρα και στο Άγιον Όρος έρχεται πλήθος νέων και στερεώνονται στην πίστη· γίνονται, να πούμε, οι πρώην διεφθαρμένοι σώφρονες και καλοί και οι πρώην παραστρατημένοι έρχονται στην οδό της ζωής και γίνονται πάλι μέλη της Εκκλησίας μας με την Χάρη του Χριστού. Έπαθαν και, ως παθόντες και αφού μίσησαν τα πάθη, συνέρχονται και σωφρονούν.


     Γίνονται πιο σταθεροί από αυτούς που δεν έχουν πάθει. Ο Παντοδύναμος Θεός μας που εποίησε τους αοράτους Αγγέλους και τα ορατά πάντα στην γη και τον ουρανό και τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα Αυτού και ομοίωσιν» (Γεν. 1, 26), σαν τον πατέρα της Παραβολής του Ασώτου περιμένει την επιστροφή των άτακτων παιδιών. Ο πρώτος Αδάμ από τον εγωισμό του μας έφερε εδώ στον τόπο του κλαυθμώνος, στον τόπο της εξορίας. Εμείς πρέπει να γίνουμε τέκνα του δεύτερου Αδάμ, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, για να ανέλθουμε στον ουρανό, στην πατρίδα μας την πραγματική και να βλέπουμε την δόξα Του και το αμήχανο κάλλος της παναγίας Του μορφής. Επιστροφή, βέβαια, χωρίς Εκκλησία και χωρίς μυστηριακή ζωή δεν νοείται. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Κεφαλή της είναι ο Ίδιος ο Κύριος. Το σώμα χωρίς την κεφαλή δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Με εννοήσατε; Έξω από την Εκκλησία όσο και να κοπιάσει ο νέος δεν θα σωθεί. Το είπε ο Κύριος: «Χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιωάν. 15, 5). Όποιος συνέλθει από το μεθύσι της αμαρτίας και αλλάξει τον κακό δρόμο που βαδίζει και παρακαλέσει τον Θεό να τον βοηθήσει, Αυτός δεν θα του αρνηθεί την βοήθειά Του. Μας το έχει υποσχεθεί ότι, άμα Τον παρακαλέσουμε, θα τρέξει και θα έλθει αρωγός μας: «Γιατί όποιος ζητάει λαβαίνει κι όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος χτυπά την πόρτα αυτή του ανοίγεται» (Ματθ. 7, 8). – «Όποιος ολόθερμα ζητά κάτι, θα του το δώσω και θα ανοίξω την πόρτα της ευσπλαγχνίας Μου σε όποιον την κτυπήσει και απαιτήσει την αμέριστη αρωγή και προστασία Μου». Τα λόγια αυτά του Θεού δεν χωρούν καμιά αμφιβολία για την ταχινή Του βοήθεια. Αρκεί να το ζητήσουμε…

     Δύο πράγματα ωθούν τους νέους να εγκαταλείψουν την Ορθοδοξία και να πορεύονται στις ανατολικές θρησκείες. Πρώτα η άγνοια και δεύτερον η πονηρή περιέργεια. Δεν βλέπετε και αυτοί οι φακίρηδες έρχονται εδώ στο Άγιον Όρος να ιδούν την πραγματική θέωση του ανθρώπου. Να καταλάβουν ότι απόλυτος προορισμός του ανθρώπου είναι ανέβει στο «καθ’ ομοίωσιν» και να ενωθεί με τον Θεό. Αν δεν το πετύχει, καλύτερα να μην γεννιόταν, γιατί δεν ωφελείται και χίλια χρόνια να ζήσει, που δεν έζησε κανείς, αφού τέρμα έχει την ατέλειωτη κόλαση. Οι νέοι πηγαίνουν στις πλάνες, για να ησυχάσουν από τον έλεγχο της συνειδήσεως. Πηγαίνουν εκεί, για να βρουν άλλον θεό, που ανέχεται την ακαθαρσία, την βρωμιά, την παραλογία και την ψευτιά, όπως λέει και ο Μωάμεθ, να βρεθούν σε έναν ευδαιμονικό παράδεισο, όπου αιωνίως θα τρώνε πιλάφια, θα πίνουν ποτάμια σιρόπια, θα πορνεύουν και θα ασελγούν. Μπορούν, όμως, να φάνε οι πεθαμένοι; Μπορούν να πιούν; Μπορούν να πορνεύουν; Φυσικά όχι. Πιστεύουν, λοιπόν, οι νέοι τα εύκολα αυτά ψεύδη και παρασύρονται, ενώ βλέπετε, και αυτοί οι λογικοί φακίρηδες του Θιβέτ και των άλλων μερών της Ασίας έρχονται εδώ να ιδούν την πραγματική θέωση του ανθρώπου, πώς δηλαδή αυτός φθάνει στο «καθ’ ομοίωσιν». Πώς το επιτυγχάνει με την βία και την άσκηση σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας: «Η Βασιλεία των Ουρανών κερδίζεται με βία ασκήσεων, αγώνων και προσπαθειών και αυτοί που την αρπάζουν και την κατακτούν είναι αυτοί που αγωνίζονται» (Ματθ. 11, 12). Αυτή είναι, αγαπητοί μου, η οδός για την Βασιλεία του Θεού. Να βιάζουμε τον εαυτό μας να μην πράξουμε το κακό και όχι να βιάζουμε τον εαυτό μας να προδώσουμε την πίστη, να προδώσουμε το αγαθό, για να σωθούμε, δήθεν, αιωνίως. Έχουμε την αλήθεια! Οι νέοι μας πρέπει να αποφεύγουν τις Σειρήνες που πρόσκαιρα θέλγουν, αλλά οδηγούν στην καταστροφή. Ο Χριστός είναι ο μόνος που οδηγεί αυτούς που τηρούν τις εντολές Του στο λιμάνι της σωτηρίας και οι νέοι μας πρέπει να ενστερνισθούν το μήνυμα αυτό.


     Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται στην χειρότερη κατάστασή της από κτίσεως κόσμου. Ο δρόμος που ακολουθεί είναι δρόμος παρακμής, δρόμος διαφθοράς, δρόμος σκοταδισμού, δρόμος που οδηγεί στον όλεθρο. Οι άνθρωποι με τις καταχρήσεις, και ιδίως τις σαρκικές, πάσχουν και λογικώς και σωματικώς. Η θεραπεία τους είναι πολύ δύσκολη. Μόνο ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός με τις πρεσβείες των πολλών Αγίων –που εδώ στην Ελλάδα είναι πλήθος αμέτρητο– και πάντων των εκατομμυρίων Μαρτύρων, Οσίων, Αποστόλων και Ομολογητών, μπορεί να λυπηθεί τον λαό Του και να του δώσει φώτιση. Με αυτή μόνο ο άνθρωπος θα διορθωθεί και θα βαδίσει ορθά. Το έλεος και η ευσπλαγχνία του Θεού αλλάζει τις διαθέσεις του κόσμου. Σήμερα η κατάσταση της σήψεως είναι χειρότερη από αυτή της εποχής των Σοδόμων. Ο βόρβορος της αμαρτίας υπερχείλισε και πλημμύρισε τον κόσμο. Λυπούμαι για την απώλεια τόσου πλήθους ψυχών. Ο φιλάνθρωπος Κύριος γι’ αυτό ήλθε στην γη, για να ανεβάσει το αμαρτωλό πλάσμα Του στον ουρανό. Μας έδωσε την Χάρη και πήρε την αμαρτωλή σάρκα μας και την καθάρισε και την αγίασε και την θέωσε. Έβαλε τον άνθρωπο να καθίσει στα δεξιά του θρόνου της μεγαλοσύνης Του. Πώς εμείς μπορούμε να απολογηθούμε για την αχαριστία που δείχνουμε στην τόση Του ευσπλαγχνία;

     Έχουμε φθάσει σήμερα στα πρόθυρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Πότε θα γίνει; Ο Θεός μόνο ξέρει, κανείς άλλος! Το πρώτο σημείο που μας δίνει γι’ αυτήν ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης στα ερμηνευτικά του είναι το κράτος των Ιουδαίων. Ακούσατε τι λέγει: «Καθώς ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, ένωσε σε μία Πίστη όλα τα έθνη, έτσι και ο αντίχριστος θα συνάξει το διασκορπισμένο γένος των Ιουδαίων». Και αυτό άρχισε να πραγματοποιείται το 1948. Το δεύτερο σημείο έχει σχέση με τον ναό του Σολομώντος. Καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού του ζώντος, «ήγειρε τον ναόν του σώματός Του» και αναστήθηκε από τους νεκρούς, ούτω και ο Αντίχριστος θα ανεγείρει τον κατεδαφισμένο ναό του Σολομώντος, μέσα στον οποίο κατά τον απόστολο Παύλο (Β΄ Θεσσ. 2, 4) θα ανακηρύξει τον εαυτό του θεό, θα υψώσει αυτόν υπέρ παν σέβασμα και θα καθίσει στον ναό του Θεού με την αξίωση ότι αυτός είναι Θεός. Θα προηγηθεί, λοιπόν, το κτίσιμο του ναού του Σολομώντος και μετά θα ακολουθήσει η έλευση του Αντιχρίστου, τον οποίον «ο Κύριος θα τον εξολοθρεύσει με την πνοή του στόματός Του και θα τον αφανίσει κατά την Παρουσία Του» (Β΄ Θεσσ. 2, 8).


     Ας αφήσουμε, όμως, αδελφοί μου, τον Θεό να αποφασίσει την ώρα της θριαμβευτικής ελεύσεώς Του στην γη, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Εμείς ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε την αμαρτία, γιατί αυτή είναι πραγματικός θάνατος, αφού μας απομακρύνει, μας χωρίζει από τον Θεό, από την όντως Ζωή, από το Φως, από την ατελεύτητη χαρά, από όλα τα αγαθά. Είθε, ο καλός Θεός να φωτίσει τα πλάσματά Του και μάλιστα τους Έλληνες που «γυρεύουν τη σοφία» (Α΄ Κορ. 1, 23), αλλά τώρα αντί για σοφία πηγαίνουν στους φακίρηδες και στα μέντιουμ, να τους διδάξουν μωρία.

ΓΕΡΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ
(1913–1996)


[Χαραλάμπους Μ. Μπούσια:
«Ο Γέρων Άνθιμος
ο Αγιαννανίτης»
–Ο σοφός και θεοφόρος
σύγχρονος πατέρας του Άθωνος–
Κεφ. 2ο, §4, §8–§9,
σελ. 122–125 και 138–143,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2000.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ «ΑΥΤΟΤΥΡΑΝΝΙΚΑ ΑΠΙΑΣΤΟ»

ΓΙΑ ΤΟ «ΑΥΤΟΤΥΡΑΝΝΙΚΑ ΑΠΙΑΣΤΟ»


     Δεν υπάρχει μεγαλύτερος και σημαντικότερος, ζηλευτότερος και ωραιότερος άνθρωπος από εκείνον που γνωρίζει καρδιακά και ακομπλεξάριστα την ανιδεότητα, την αρχαριότητα, την ελαχιστότητα, τη μικρότητα και την ελαχιστότητά του.
     Στην ταπεινή και ατραυμάτιστη γνώση όλων των παραπάνω αυτός ο άνθρωπος γίνεται αυτόχρημα μεγάλος, εκπληκτικός, εξαίσιος, επαρκής στην ανεπάρκειά του, κραταιός στην αδυναμία του, απαραίτητος για κάθε αυθεντική σχέση.
     Μπορώ να ζήσω, ίσως και καλύτερα, δίχως εκείνο το αυτοτυραννικά άπιαστο που δεν γνωρίζω και που δεν έχω ζήσει και το οποίο δεν διστάζω –πέρα από ταπεινοσχημίες, ταπεινολογίες και επιτηδευμένες οσιότητες– να παραδεχτώ ότι δεν κατέχω ή ακόμη και ότι δεν θέλω προς στιγμήν στη ζωή μου. Η ειλικρίνεια και η ευθύτητα είναι τα μόνα αντίδοτα όλων συλλήβδην των αλυσιτελών μύθων μας.
     Δεν τα ξέρουμε όλα, δεν τα ζήσαμε όλα, δε γίνεται να τα ζήσουμε όλα, δεν τα είπαμε όλα, ευχής έργον θα ήταν να μας κέρδιζε η πράξη και το έργο των ασταμάτητων θεωριών μας και να λέγαμε ελάχιστα ή και λιγότερα, μακάρι να μας ενέπνεε και να μας κατάπινε η σιωπή ή η ησυχία της αληθινής γνώσης που δεν έχουμε είτε από άποψη πληρότητας είτε από κατάσταση ετοιμότητας. Δεν υπάρχει Θεός αγάπης και αλήθειας που να μαστιγώνει την αδυναμία μας. Η τελειότητα της αγάπης Του είναι φύσει φιλάνθρωπη και ελεύθερη. Η δική μας ατέλεια δε γίνεται να αποτελεί την εκ προοιμίου χρεοκοπία της σχέσης μας μαζί Του ούτε το φρένο της σωτηρίας μας που Αυτός επιθυμεί με κάθε τρόπο για μας ούτε και την αδιάκοπη καταδίκη μας την οποία επιλέγουμε μόνοι μας δίχως Αυτόν. Ο Θεός δεν αναζητά ποτέ τους τέλειους, επιθυμεί όμως τους ταπεινούς.  
     Μόνο οι παντός είδους και τρόπου «πάπες» και «διδάχοι», που είναι ελεύθεροι, αδίστακτοι και διάσπαρτοι παντού σήμερα, δε θέλουν, δε μπορούν και δε γίνεται να ζήσουν δίχως γόνιμη αυτοκριτική, δίχως φυσική σφαλερότητα και δίχως φυσικά επίγνωση των ορίων τους.
     Η φονική ατσαλακωσιά και η βιτριναϊκή τελειομανία αποτελούν το δίχως άλλο τη διττή μάστιγα των πνευματικών δήθεν ανθρώπων και ιδιαίτερα ημών των νεηλύδων κληρικών.
     Μα, πόσοι λογαριάζουν σήμερα τη συντριβή της καρδιάς σαν την πραγματικά υπέροχη αρχή κάθε ακίβδηλης πνευματικότητας;
     Αλλά, είπαμε· «Ο Θεός βλέπει, ο Θεός ακούει…».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ


     Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού, ένα ζευγάρι ευσεβών και εύπορων χριστιανών, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, όντας άτεκνοι, παρακαλούσαν τον Θεό να χαρίσει σε αυτούς τέκνο, υποσχόμενοι να το αφιερώσουν σε Αυτόν. Η προσευχή τους εισακούσθηκε και, μια Κυριακή, απέκτησαν θυγατέρα που για τον λόγο αυτό την ονόμασαν Κυριακή. Την βάπτισαν και την ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (βλ. Εφ. 6, 4) και μένοντας πιστοί στην υπόσχεσή τους φύλαξαν την κόρη παρθένο, προκειμένου να την αφιερώσουν στην υπηρεσία του Κυρίου.


     Μια μέρα, ένας πλούσιος ειδωλολάτρης που παρεπιδημούσε στην πόλη, ακούγοντας επαίνους για την ομορφιά και το ήθος της νεαρής παρθένου, αποφάσισε να την δώσει σύζυγο στον γιο του. Όταν όμως της έγινε η πρόταση, η Κυριακή δήλωσε ότι ήταν νύμφη του Χριστού και ότι η επιθυμία της ήταν να πεθάνει εν αγνεία. Έξαλλος ο ειδωλολάτρης, κατήγγειλε γι’ αυτήν και τους γονείς της στον Διοκλητιανό ότι δεν πειθαρχούσαν στην εξουσία του. Ο ηγεμόνας τούς κάλεσε και ρώτησε να μάθει τον λόγο που απέρριπταν τους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Δωρόθεος απάντησε με θάρρος ότι είχε μάθει από τους γονείς του να μην λατρεύει παρά μόνο έναν Θεό, τον Ποιητή ουρανού και της γης που έλαβε σάρκα για την σωτηρία μας. Υποβλήθηκε σε μαστίγωση. Επειδή όμως, παρά τις μαστιγιές, συνέχιζε να χλευάζει τα είδωλα, βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι δεν θα έβγαζε τίποτε έτσι, τον έστειλε μαζί με την Ευσεβία στον Ιούστο, τον διοικητή της Μελιτινής της Μικρής Αρμενίας. Αυτός τους βασάνισε και με τον αποκεφαλισμό τούς χάρισε τον στέφανο του μαρτυρίου.


     Όσο για την αγία Κυριακή, ο Διοκλητιανός την απέστειλε στον γαμπρό του, καίσαρα Μαξιμιανό, που διέμενε στην Νικομήδεια. Αφού αυτός θαύμασε το λαμπρό της κάλλος, την οδήγησε στο δικαστήριο και της υποσχέθηκε να την νυμφεύσει με κάποιον συγγενή του αυτοκράτορα, αν δεχόταν να τιμήσει τους θεούς. Η νέα κόρη έμεινε στερεά στην Πίστη και δήλωσε ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να την χωρίσει από την αγάπη του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. 8, 35). Ο τύραννος τότε πρόσταξε να την τεντώσουν κατά γης ανάμεσα σε τέσσερεις πασσάλους και να την δείρουν με βούνευρα μέχρι θανάτου. Οι στρατιώτες εξαντλημένοι άλλαξαν τρεις βάρδιες, αλλά η αγία παρέμενε απρόσβλητη από τα κτυπήματα, τα οποία την έκαναν να ακτινοβολεί θεία Χάρη. Ο Μαξιμιανός, θεωρώντας ότι οι άνδρες του από λύπη για την νεαρή παρθένο δεν χρησιμοποιούσαν όλη την δύναμή τους, ξέσπασε πάνω τους την οργή του. Τότε η αγία τού είπε: «Μην πλανάσαι, Μαξιμιανέ. Δεν πρόκειται να με νικήσεις ποτέ, γιατί έχω βοηθό τον Θεό». Φοβούμενος νέα γελοιοποίηση, ο Μαξιμιανός είπε να την αποστείλουν στον Ιλαριανό (ή Ιλάριο), διοικητή της Βιθυνίας, άνδρα ονομαστό για την σκληρότητά του απέναντι στους χριστιανούς.


     Αφού ενημερώθηκε από την επιστολή του Μαξιμιανού που συνόδευε την κρατούμενη, ο Ιλαριανός απείλησε την αγία με ανήκουστα βασανιστήρια. Η Κυριακή αποκρίθηκε ότι θα ήταν ευκολότερο γι’ αυτόν να μαλάξει το σίδερο παρά να την υποτάξει και γι’ αυτό, όταν περνούσαν αναμμένους πυρσούς πάνω στο σώμα της, αφού πρώτα την είχαν κρεμάσει από τα μαλλιά, η ίδια παρέμενε απαθής, σαν να είχε ενδυθεί την αφθαρσία που επαγγέλλεται για τους εκλεκτούς. Την επόμενη νύχτα δέχθηκε στο δεσμωτήριό της την επίσκεψη του Χριστού που ίασε τις πληγές της και της υποσχέθηκε να την λυτρώσει από όλες τις δοκιμασίες με την Χάρη Του. Το πρωί ο τύραννος έμεινε άναυδος βλέποντάς την σώα και αβλαβή, αλλά αποδίδοντας το θαύμα αυτό στους θεούς, πρόσταξε να την οδηγήσουν στο ειδωλείο. Μπαίνοντας στον ναό η αγία γονάτισε και ανέπεμψε προσευχή στον Χριστό. Αμέσως σείστηκε όλο το οικοδόμημα και τα είδωλα γκρεμίστηκαν κατά γης και έγιναν χίλια κομμάτια, που ένας ανεμοστρόβιλος τα σκόρπισε στον αέρα, τρέποντας σε φυγή τους παρόντες ειδωλολάτρες. Μόνον ο Ιλαριανός συνέχιζε να ξεστομίζει βλασφημίες, όταν μια αστραπή έσκισε αίφνης τον ουρανό και κατέκαυσε το πρόσωπο του διοικητή που έπεσε από τον θρόνο του και εξέπνευσε. Τον αντικατέστησε ένας άλλος δικαστής, ο Απολλώνιος, που ενημερωμένος για τα γεγονότα που τάραζαν την επαρχία, οδήγησε την αγία στο δικαστήριο και την καταδίκασε να καεί ζωντανή. Αφού άναψαν μεγάλη πυρά, οι στρατιώτες έβαλαν μέσα την αγία Κυριακή. Παρέμεινε ώρες πολλές προσευχόμενη, με τα χέρια τεντωμένα προς τον ουρανό, χωρίς να μπορούν οι φλόγες να της προκαλέσουν το παραμικρό έγκαυμα. Κι ενώ ήταν καλοκαίρι και ο ουρανός καθαρός, ένα μαύρο σύννεφο παρουσιάσθηκε και μια νεροποντή ήλθε να σβήσει την φωτιά. Ο Απολλώνιος διέταξε να απολύσουν εναντίον της δύο λιοντάρια· μόλις όμως την πλησίασαν, τα θηρία έγιναν ήμερα σαν αρνιά και ξάπλωσαν στα πόδια της αγίας. Πλήθος ειδωλολατρών, που στάθηκαν μάρτυρες στα παράδοξα αυτά, ομολόγησαν τότε τον Χριστό και θανατώθηκαν πάραυτα.


     Την επόμενη μέρα, μια ακόμη ανάκριση μπροστά στον διοικητή αποδείχθηκε κι αυτή ανώφελη. Διαπιστώνοντας τότε αυτός ότι δεν ήταν σε θέση να νικήσει την γενναία αθλήτρια του Χριστού με τις κολακείες και τα μαρτύρια, την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό. Οδήγησαν την αγία έξω από την πόλη και εκείνη ζήτησε από τους δημίους να της παραχωρήσουν λίγο χρόνο για να προσευχηθεί. Πέφτοντας στα γόνατα, ανέπεμψε μακρά προσευχή στον Χριστό, που της είχε δώσει την δύναμη να ομολογήσει το Όνομά Του ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων και είχε φυλάξει την αγνεία της μέχρι την ημέρα των μυστικών γάμων της. Άγγελοι λαμπροί ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή της για να την παρουσιάσουν στον Νυμφίο της και η αγία πλάγιασε γλυκά στην γη. Οι στρατιώτες που ετοιμάζονταν να την αποκεφαλίσουν, έμειναν έκπληκτοι βρίσκοντάς την ήδη νεκρή. Άκουσαν τότε μία ουράνια φωνή να τους λέει: «Πορεύεσθε, αδελφοί, και διηγηθείτε τα μεγαλεία του Θεού». Ενώ πήγαιναν να δώσουν αναφορά στον διοικητή για όσα είχαν δει, χριστιανοί που είχαν κρυφτεί από τον φόβο των ειδωλολατρών, ήλθαν να πάρουν το σκήνωμα της αγίας και το ενταφίασαν σε τόπο κατάλληλο, αναπέμποντας ευχαριστίες στον Θεό.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 11ος, Ιούλιος,
σελ. 76–78.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20082.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.