Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΥΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ


     Περί το έτος 43, ο βασιλέας των Εβραίων Ηρώδης Αρχίππας, βλέποντας να καρποφορεί το κήρυγμα των Αποστόλων, κατελήφθη από αιμοδιψή μανία κατά των Χριστιανών και διέταξε να θανατωθεί διά μαχαίρας ο άγιος Ιάκωβος [30 Απρ.], αδελφός του Ιωάννη. Διαπιστώνοντας ότι η διαταγή αυτή έφερε ικανοποίηση στους Εβραίους, διέταξε να συλλάβουν και τον άγιο Πέτρο, τον πρωτοκορυφαίο των Αποστόλων, και να τον ρίξουν στην φυλακή, με σκοπό να τον θυσιάσει χάριν του λαού, μετά το Πάσχα. Από φόβο μήπως δραπετεύσει, του πέρασαν δυο χοντρές αλυσίδες με τις οποίες τον έδεσαν με τους δύο στρατιώτες που τον φρουρούσαν, και έβαλαν φρουρούς σε κάθε πύλη της φυλακής. Την ίδια νύχτα όμως, χάρη στις προσευχές της Εκκλησίας, ο Θεός έστειλε ολόλαμπρο άγγελο, που όταν παρουσιάστηκε, το κελί της φυλακής πλημμύρησε φως. Ο άγγελος ξύπνησε τον Πέτρο που είχε αποκοιμηθεί και τον σήκωσε όρθιο· παρευθύς οι αλυσίδες έπεσαν από τα χέρια του καταγής. Χωρίς καλά-καλά να καταλάβει τι συνέβαινε, νομίζοντας ότι κοιμόταν ακόμη, ο Πέτρος έβαλε την ζώνη του, έδεσε τα σανδάλια του και οδηγούμενος από τον άγγελο πέρασε όλους τους φρουρούς χωρίς κανένα εμπόδιο. Όταν τέλος έφθασαν στην πόλη, ο άγγελος, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, τον άφησε. Ο δε Πέτρος, βγαίνοντας από την νάρκη του, ευχαρίστησε τον Θεό. Έτρεξε τότε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Ιωάννη, του επονομαζόμενου Μάρκου, όπου οι συναγμένοι χριστιανοί τον υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά (Πράξ. 12, 1-19).


     Τις αλυσίδες που είχαν πέσει από τα χέρια του αγίου Αποστόλου τις μάζεψαν ευσεβείς χριστιανοί και παραδόθηκαν από γενεά σε γενεά μέχρις ότου ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου τις έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατατέθηκαν στον ναό του Αγίου Πέτρου κοντά στην Αγία Σοφία και επιτέλεσαν ανά τους αιώνες πλήθος θαυμάτων και ιάσεων. Στην Ρώμη τιμάται, από αμνημονεύτων χρόνων, μια άλλη αλυσίδα του αγίου Πέτρου (Εορτή των εγκαινίων της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου των Δεσμών, την 1η Αυγούστου στην Δυτική παράδοση). Φαίνεται όμως ότι πρόκειται για τις αλυσίδες με τις οποίες είχαν δέσει τον άγιο Απόστολο στην Ρώμη εν αναμονή του μαρτυρίου του.


     Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο στο γεγονός ότι όχι μόνο τα οστά των αγίων ενεργούν θαύματα, αλλά και τα ρούχα τους ή τα αντικείμενα που έχουν αγγίξει. Η Αγία Γραφή μάς λέει ότι η Χάρη του Θεού επιτέλεσε παρόμοια θαύματα διά του Αποστόλου Παύλου: αρκούσε οι κάτοικοι της Εφέσου να επιθέτουν στους αρρώστους μαντήλια ή προσόψια που είχαν αγγίξει το σώμα του αγίου Αποστόλου, για να ιαθούν και να τρέψουν σε φυγή τα πονηρά πνεύματα (Πράξ. 19, 11-12). Η άκτιστη Χάρη του Θεού, που πληροί την καθαρμένη ψυχή των αγίων, διαχέεται στο σώμα τους, από το σώμα στα ενδύματά τους και από τα ενδύματα ακόμη και στην σκιά τους για να επιτελέσει θαύματα. Έτσι στις «Πράξεις» διαβάζουμε ακόμη σχετικά με τον Απόστολο Πέτρο, ότι πολλοί άνδρες και γυναίκες έφθαναν στο σημείο να μεταφέρουν τους αρρώστους στους δρόμους και να τους βάζουν καταγής, ώστε η σκιά του αγίου να τους σκεπάσει καθώς θα περνούσε και να τους θεραπεύσει, ή να τους ενδυναμώσει στην καρτερικότητα και στην ελπίδα (Πράξ. 5, 15). Για τον λόγο αυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία κληρονόμησε την ευσεβή συνήθεια να μην προσκυνά μόνο το σώμα των αγίων ως φορέα της Χάριτος, αλλά και τα ενδύματά τους, τα οικεία τους αντικείμενα ή τα όργανα διά των οποίων μαρτύρησαν για τον Κύριο.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Η λύτρωση του Αποστόλου Πέτρου


     «Είμαστε όλοι ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό. Όλοι είμαστε Εκκλησία. Η θρησκεία μας αυτό το μεγαλείο έχει: ενώνει τον κόσμο νοερώς. Η δύναμη της προσευχής, είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, κυρίως όταν γίνεται από πολλούς αδελφούς. Στην κοινή προσευχή ενώνονται όλοι. Να νιώθουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας. Αυτό είναι η ζωή μας, το αγαλλίαμά μας, ο θησαυρός μας. Όλα είναι εύκολα εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι το κέντρο· όλοι συντρέχουν προς το κέντρο και ενώνονται μ’ ένα πνεύμα και με μια καρδιά. Η δύναμη των πολλών πολλαπλασιάζεται, σαν να βλέπουν ένα ωραίο πράγμα και το κοιτάζουν όλοι μαζί με λαχτάρα. Ε, η όρασή τους, που σμίγει σ’ αυτό το ωραίο, τους ενώνει. Παράδειγμα, η λύτρωση του Αποστόλου Πέτρου απ’ την φυλακή: “εκτενής και αδιάκοπη προσευχή γινόταν γι’ αυτόν προς τον Θεό από όλην την Εκκλησία” (Πράξ. 12, 5).

     »Όταν έχουμε κάποιο πρόβλημα εμείς ή κάποιος άλλος, να ζητάμε κι από άλλους προσευχές και να παρακαλούμε όλοι τον Θεό με πίστη και αγάπη. Να είστε σίγουροι, ότι ο Θεός ευαρεστείται σ’ αυτές τις προσευχές και επεμβαίνει κάνοντας θαύματα. Αυτό δεν το έχουμε καταλάβει καλά. Το πήραμε έτσι απλά (και αψήφιστα) και λέμε: “Κάνε μια προσευχή για μένα”.


     »Πιο πολύ θα προσεύχεσθε για τους άλλους παρά για τον εαυτό σας. Θα λέτε το ‘‘Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” και θα έχετε μέσα σας πάντοτε και τους άλλους. Όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Πατέρα, είμαστε όλοι ένα· γι’ αυτό, όταν προσευχόμαστε για τους άλλους, λέμε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” και όχι, “ελέησέ τους”. Τους κάνουμε έτσι ένα με τον εαυτό μας.

     »Η προσευχή για τους άλλους, που γίνεται απαλά και με βαθιά αγάπη, είναι ανιδιοτελής κι έχει μεγάλη πνευματική ωφέλεια. Χαριτώνει τον προσευχόμενο, αλλά χαριτώνει κι εκείνον για τον οποίο προσεύχεται, του φέρνει την Χάρη του Θεού».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
σελ. 167–168.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
Μέρος 2ο, Λόγος 3ος,
σελ. 278–279.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
Η θεραπεία από τη λέπρα της αχαριστίας


     Η περίπτωση των Δέκα Λεπρών του σημερινού Ευαγγελίου παρουσιάζει μπροστά στα μάτια της συνείδησής μας το δράμα της αχαριστίας των πολλών και το θαύμα της ευχαριστίας των λίγων. Πόσο ρηχοί και αναίσθητοι στεκόμαστε πολλές φορές μπροστά στο μυστήριο της ζωής μας, στο μυστήριο της ψυχής μας, στο μυστήριο του κόσμου! Πόσο ανένοχοι, απαθείς, αδρανείς και απροβλημάτιστοι! Η μεγαλύτερη αμαρτία μας είναι αυτή η έλλειψη ευγνωμοσύνης, που κυριολεκτικά ενδημεί μέσα μας· η με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο εκδηλωμένη αχαριστία μας, και όμως! Πιστεύουμε ότι «είμαστε εντάξει» με τον Θεό, το ίδιο και με τους συνανθρώπους μας. Όμως στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

     Αφού διαπιστώσουμε την «υψηλή τοξικότητα» που υπάρχει ανάμεσα σε αυτόν που κάνει το «καλό» απαιτώντας έμμεσα ή άμεσα κατόπιν από τους άλλους ατέρμονες ευχαριστίες υποχρεωτικότητας και σε εκείνον που από αθεράπευτη κρυφή υπερηφάνεια αποφεύγει ή αρνείται να ευχαριστήσει τον οποιονδήποτε μικρό ή μεγάλο ευεργέτη και συμπαραστάτη του, έχουμε να ρωτήσουμε: Άραγε, ποιον άνθρωπο άφησε ποτέ η υπερηφάνεια και ο εγωισμός να δοξολογεί και να ευχαριστεί τον Θεό από την καρδιά του, να εκφράζει απλά και ελεύθερα τα αγιοπλαστικά αισθήματα της δοξολογίας και της ευγνωμοσύνης;


     Μέσα μας, χάρη στα διάφορα σύνδρομα απροσεξίας, αδιαφορίας και αναισθησίας, κρύβεται αυτούσια η μεγάλη και ακμαία αχαριστία μας για τις τόσες και τόσες ευεργεσίες που έχουμε αναπάντεχα δεχθεί τόσο από τον Θεό όσο και από τους ανθρώπους που Αυτός έστειλε μια φορά, κάποτε, μια μέρα, μια ωραία στιγμή προς εμάς. Τότε, όλο αυτό το «θαύμα» της απροσδόκητης ευεργέτησής μας φαινόταν σαν κάτι φυσικό, σαν κάτι εύλογο και τυχαίο.

     Όμως, με μια προσεχτικότερη αυτοκριτική ματιά, τίποτε στο διάβα της ζωής μας δεν είναι τυχαίο, χωρίς νόημα και χωρίς σκοπό. Το θέμα είναι, πότε και πώς θα αρχίσουμε επιτέλους να παίρνουμε εμείς τα σπουδαία μαθήματα της αγάπης του Θεού. Και η αγάπη του Θεού δεν έχει κανένα άλλο συνώνυμο εκτός από την παντοειδή ευεργεσία· και δεν έχει κανένα άλλο ταίρι εκτός από τη δοξολογία και την ευχαριστία. Μια ζωή θα είμαστε μόνιμα οι ευεργετούμενοι και ταυτόχρονα μια ζωή θα είμαστε οι πλέον νωθροί στον υπέροχο τρόπο της ευχαριστίας και της ευγνωμοσύνης;

     Και είναι διαπιστωμένο ψυχολογικά και πνευματικά: Θα πάμε να πούμε όλα τα «χτυπητά» και χονδροειδή αμαρτήματά μας στον εξομολόγο και, στο τέλος, θα νιώσουμε απολύτως εφησυχασμένοι και δικαιωμένοι γι’ αυτό· όμως, το μέγα και φρικτό αμάρτημα της αγνωμοσύνης και της αχαριστίας, με το οποίο αχώριστα εμείς συμπορευόμασταν μια ολόκληρη ζωή, είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται ποτέ να το αναφέρουμε, δεν πρόκειται ποτέ να το παραδεχτούμε και πολύ περισσότερο να το εντοπίσουμε μέσα μας.

     Μετά, κάτω από το ανερμήνευτο βάρος των πειρασμών, των θλίψεων, των δοκιμασιών και των στενώσεων, εκείνων των αφόρητων και μαρτυρικών κενών που βιώνουμε για χρόνια μέσα μας, τα βάζουμε συνεχώς με τον Ευεργέτη μας Θεό και με τους «δευτεροευεργέτες» μας ανθρώπους, οι οποίοι οπωσδήποτε δεν ήρθαν τυχαία στη ζωή μας για να μας βοηθήσουν, να μας συνδράμουν, να μας συμπαρασταθούν, να μας εξυπηρετήσουν, να μας διευκολύνουν.


     Θυμηθείτε το, αδελφοί μου: όσο περισσότερο επιτρέπουμε να αυξάνει μέσα μας η αγνωμοσύνη και η αχαριστία, τόσο πιο πολύ απεμπολούμε και αποστερούμαστε τις αέναα κατερχόμενες ευλογίες του Θεού στην καρδιά και τη ζωή μας. Ο Θεός μάς γυρίζει την πλάτη πανδίκαια και παιδαγωγικά. Κι ας Του ανάβουμε αμέτρητες λαμπάδες πιο πάνω από το μπόι μας. Δεν μας αγιάζει η φλόγα του κεριού αλλά το πυρ της δοξολογίας και της ευχαριστίας. Ας το ξέρουμε καλά αυτό σαν το πνευματικότερο κριτήριο που υφίσταται πάνω από τα πρόσωπα, τα πράγματα και τις εξελίξεις γύρω μας.

     Η ευχαριστία είναι θείο γνώρισμα και θεϊκή κατάσταση· τρέφει και ζωογονεί την καρδιά και ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου. Η δε αχαριστία και η αγνωμοσύνη είναι το χειρότερο είδος σκληρότητας, είναι ίδιο χαρακτηριστικό του διαβόλου αλλά και των ανθρώπων, που είναι ή πνευματικά ακαλλιέργητοι ή ψυχικά άρρωστοι. Ο μη ευχαριστιακός άνθρωπος δεν δύναται εκ των πραγμάτων να γνωρίσει και να νοιώσει τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι Θεός ευχαριστίας, ο Θεός της δόξης όλων των λογικών και άλογων, ορατών και αοράτων όντων, όλης της κτίσεως που βλέπουμε, παρατηρούμε και δεν έχουμε ακόμη ερευνήσει. Όσο πιο πολύ Τον δοξολογούμε και Τον ευχαριστούμε, τόσο αναγόμαστε προς τη θεία ζωή, τόσο πιο πολύ ελκύουμε με σφοδρότητα τη Χάρη Του στον αγώνα μας, τα έργα μας και την πορεία μας.


     Και όταν πάλι λυπούμε ή δυσαρεστούμε αυτούς που μας έχουν ευεργετήσει και μας έχουν εξυπηρετήσει έστω και με κάτι που, κατά τη δική μας λογική και αντίληψη, φαίνεται ασήμαντο και μηδαμινό, να γνωρίζουμε ότι λυπούμε τον Ίδιο τον Θεό, τον Πανευεργέτη. Γιατί άραγε;

     Γιατί Αυτός έμαθε να κρύβεται πίσω από τα πρόσωπα που μας ευεργετούν και πίσω από όλες τις διαθέσεις, τους λόγους, τις πράξεις και τις ενέργειες, που είναι όλες καταμυρωμένες με το άρωμα της ευεργεσίας. Και όποιος λυπεί τον Ευεργέτη Θεό και την εικόνα Του, τον συνάλληλα ευεργέτη συνάνθρωπο, τι και πόσες πιθανότητες έχει μετά να εισέλθει ανεμπόδιστα στη χώρα του Φωτός, στη αυλή του Ευεργέτου και Δοξολογούμενου Θεού, στον κόσμο της αληθινής ζωής του Παραδείσου, που είναι μια ζωή ακατάπαυστης δοξολογίας και ευχαριστίας;

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


     «…Ο πανάγαθος Θεός, ο Οποίος “θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έρθουν στην επίγνωση της αληθείας” Του (πρβλ. Α΄ Τιμ. 2, 4), αποκάλυψε και σε μένα τη μεγάλη Του αγάπη μ’ έναν θαυμαστό τρόπο και χωρίς καμιά άλλη ανθρώπινη παρέμβαση. Στη ζωή μου υπηρέτησα πέντε χρόνια σαν καθηγητής και ζούσα μια ανόητη και άτακτη ζωή, μέσα στην οποία κυριαρχούσε η μάταιη φιλοσοφία του κόσμου τούτου και όχι η σοφία του Χριστού. Ίσως να είχα χαθεί οριστικά, αν δεν είχα συγκρατηθεί από το γεγονός ότι ζούσα μαζί με την αφοσιωμένη στον Θεό μητέρα μου και μαζί με την αδελφή μου, η οποία ήταν μια πολύ σοβαρή κοπέλα.«

     »Μια μέρα, ενώ περπατούσα σ’ έναν μεγάλο δημόσιο δρόμο, συνάντησα και γνωρίστηκα μ’ έναν εξαίρετο νέο, ο οποίος μου είπε ότι ήταν Γάλλος φοιτητής και ότι είχε έρθει πριν από πολύ καιρό από το Παρίσι και ζητούσε να βρει κάπου δουλειά στη Ρωσία σαν δάσκαλος των γαλλικών. Οι εξαιρετικοί του τρόποι και η μόρφωσή του πραγματικά με τράβηξαν και, επειδή ήταν ξένος χωρίς δουλειά, του είπα ότι μπορεί κάλλιστα να έρχεται στο σπίτι μου όποτε θέλει και να πηγαίνουμε μαζί βόλτα. Γίναμε καλοί φίλοι. Στο διάστημα των δύο μηνών βγήκαμε έξω πάρα πολλές φορές μαζί. Βολταρίζαμε, αλλά πηγαίναμε παρέα και με συντροφιές των οποίων οι εκδηλώσεις, όπως καταλαβαίνετε, πολύ απείχαν από του να είναι ηθικές.«


     »Κάποια μέρα, με προσκάλεσε να πάω κι εγώ σ’ ένα μέρος όπου θα βρίσκονταν μερικά ανυπόληπτα άτομα. Θέλοντας μάλιστα να υπερνικήσει τις αντιρρήσεις μου, άρχισε να μου εκθειάζει τις ευχάριστες ώρες που θα είχαμε μ’ αυτή την παρέα. Μετά από λίγο και, ενώ εξακολουθούσε πιεστικά τις προτροπές του, ξαφνικά κάπως, με παρακάλεσε να βγούμε από το γραφείο μου, όπου καθόμασταν, και να πάμε σ’ ένα άλλο διπλανό δωμάτιο. Αυτό μ’ έκανε να παραξενευτώ πολύ. Τον ρώτησα, λέγοντας ότι ποτέ άλλοτε δεν μου είχε δείξει τέτοια απροθυμία να παραμείνει στο γραφείο μου για να κουβεντιάζουμε, ποια ήταν η αιτία που τον έκανε τώρα να εκδηλώνει μια τέτοια επιθυμία; Του είπα ακόμη ότι, στο δωμάτιο που ήθελε να πάμε, ήταν συνεχόμενο με το δωμάτιο που καθόταν η μητέρα μου και η αδελφή μου και ότι δεν θα έπρεπε να κάνουμε εκεί μια τέτοιου είδους συζήτηση σαν κι αυτή που είχαμε αρχίσει. Εκείνος όμως επέμενε.«

     »Στη δική μου όμως επιμονή να μη βγούμε απ’ το γραφείο μου, μου είπε τελικά: “Ανάμεσα στα βιβλία σου, μέσα στα ράφια της βιβλιοθήκης, υπάρχει και μια Καινή Διαθήκη. Επειδή εγώ έχω μεγάλο σεβασμό γι’ αυτό το βιβλίο, δεν μπορώ, εφόσον αυτό το βιβλίο είναι εδώ μέσα, να συζητήσω για τα θέματα που συζητάμε τόση ώρα. Σε παρακαλώ, βγάλτο έξω και τότε θα μπορέσουμε να συζητήσουμε, ελεύθερα πια”. Εγώ γέλασα μ’ αυτά που άκουσα και, παίρνοντας το Ευαγγέλιο απ’ τη βιβλιοθήκη, του είπα: “Έπρεπε να μου τό ’χεις πει αυτό πολύ πιο πριν, καημένε!”. Και, λέγοντας αυτά, τού δωσα το Ευαγγέλιο στα χέρια του, προσθέτοντας: “Πάρτο εσύ ο ίδιος και βάλτο όπου θέλεις”.«


     »Όμως, μόλις του τό ’δωσα και το άγγιξε με τα δικά του χέρια, άρχισε να τρέμει σαν το ψάρι και την ίδια στιγμή, χωρίς καν να το καταλάβω, έγινε άφαντος από κοντά μου, προξενώντας μεγάλο θόρυβο μ’ αυτή του την τρομακτική εξαφάνιση. Εγώ, έμεινα βουβός απ’ το φόβο και την έκπληξη και στη συνέχεια έχασα τις αισθήσεις μου κι έπεσα κάτω. Στο θόρυβο που άκουσαν η μητέρα και η αδελφή μου έτρεξαν αμέσως, οι οποίες, ύστερα από πολύ ώρα και με πολλούς κόπους κατόρθωσαν να με συνεφέρουν.«


     »Όταν συνήλθα, η ψυχή μου έτρεμε σαν το καλάμι απ’ το φόβο, αλλά και τα χέρια μου και τα πόδια μου έμειναν ακίνητα και ήταν αδύνατο να κάνω έστω και την παραμικρή κίνηση, όπως έκανα πρώτα. Ο γιατρός που ήρθε μετά απ’ όλ’ αυτά, διέγνωσε παράλυση η οποία προήλθε από υπερβολικό φόβο. Οι περιποιήσεις των γιατρών και τα φάρμακα για έναν ολόκληρο χρόνο δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και καμιά απολύτως καλυτέρευση· δεν μπορούσα να κάνω ούτε την παραμικρή κίνηση! Τέλος, αναγκάστηκα να παραιτηθώ και από τη θέση μου.«

     »Η μητέρα μου, που ήταν ηλικιωμένη, κατά το διάστημα αυτής της αρρώστιας μου, πέθανε· και η αδελφή μου ετοιμαζόταν να γίνει μοναχή. Εγώ θλιβόμουν μέσα μου πάρα πολύ για τα συμβάντα αυτά και η κατάστασή μου χειροτέρευε. Τη μόνη παρηγοριά που είχα ήταν το Ευαγγέλιο που έβαζα να μου το διαβάζουν και που τις άλλες ώρες δεν το μετακινούσα ούτε στιγμή απ’ το μαξιλάρι μου. Το θεωρούσα ότι ήταν ένα είδος υποθήκης και ασφάλειας, που συνδεόταν με το θαυμαστό περιστατικό που μου συνέβη.«

     »Μια μέρα, ένας άγνωστος μοναχός ήρθε να μ’ επισκεφτεί. Έκανε έρανο και μάζευε χρήματα για το μοναστήρι του. Με παρηγόρησε και μ’ έπεισε λέγοντάς μου ότι δεν θα έπρεπε να επαναπαύομαι μόνο στα φάρμακα και στους γιατρούς, τα οποία, χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ήταν ανίκανα να μου φέρουν ανακούφιση. Έπρεπε, μου είπε, να προσευχηθώ προς τον Θεό, να προσευχηθώ με θέρμη για το ζήτημα της θεραπείας μου, επειδή η προσευχή είναι ο πιο ολοδύναμος τρόπος θεραπείας των ασθενειών, τόσο των ψυχικών όσο και των σωματικών.«


     »“Μα, πώς μπορώ να προσευχηθώ σε μια τέτοια κατάσταση που βρίσκομαι, όταν δεν έχω δύναμη να κάνω ούτε μια μετάνοια, ούτε μια υπόκλιση, όταν δεν μπορώ ούτε τον σταυρό μου να κάνω με τα παράλυτα χέρια μου;”, ρώτησα με θλίψη και απογοήτευση. Σ’ αυτό μου τον λόγο, εκείνος μου είπε: “Πάντως, καλό είναι να προσπαθήσεις να προσεύχεσαι, έστω και αν είσαι ξαπλωμένος”. Περισσότερα δεν μου είπε, ούτε και μου εξήγησε πώς πρέπει να προσεύχομαι.«

     »Όταν έφυγε αυτός ο μοναχός, αισθανόμουν μάλλον απροθυμία ν’ αρχίσω να σκέφτομαι την προσευχή, τη δύναμη και τ’ αποτελέσματά της, καθώς και να ξαναθυμηθώ πράγματα και διάφορες θρησκευτικές διδασκαλίες που είχα ακούσει χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμη μαθητής. Σιγά-σιγά όμως, συνήθισα και άρχισα να αισθάνομαι ευχαρίστηση σε τέτοιες σκέψεις θρησκευτικές που άρχισαν να θερμαίνουν την καρδιά μου. Συγχρόνως, άρχισα να καταλαβαίνω ότι δέχομαι κάποια ανακούφιση και κάποια καλυτέρευση στην υγεία μου. Άρχισα να κουνώ λίγο τα χέρια μου και η πρώτη μου δουλειά ήταν να πάρω το Ευαγγέλιο που ήταν κάτω από το μαξιλάρι μου και να το κρατώ στα χέρια μου, επειδή πίστευα στη θαυματουργική του δύναμη. Από τότε έταξα στον εαυτό μου να μη το αποχωριστώ ποτέ. Θυμόμουν ότι σε πολλά μέρη το Ευαγγέλιο μιλά για την προσευχή και, μπορώντας πια να το ξεφυλλίζω, άρχισα να το μελετώ. Διαβάζοντάς το κάθε μέρα ήταν σαν να έπινα καθημερινά δροσερό και άφθονο νερό από την πιο εξαίρετη πηγή. Βρήκα μέσα του πλήρες το σύστημα της ζωής, της σωτηρίας και της αληθινής εσωτερικής προσευχής. Σημείωσα όλα τα χωρία για το θέμα της προσευχής και μετά άρχισα με μεγάλο ζήλο να μαθαίνω για τη θεία διδασκαλία περί προσευχής και, μ’ όλη μου τη δύναμη, αν και όχι χωρίς δυσκολίες, άρχισα να την εφαρμόζω.«


     »Όταν άρχισα αυτή τη νέα ζωή καθώς και αυτή την ενασχόληση με την προσευχή, βαθμιαία η υγεία μου καλυτέρευσε, μέχρις ότου, έπειτα από κάμποσο καιρό, έγινα εντελώς καλά. Όπως ήμουν στη μοναξιά μου, για να ευγνωμονήσω τον Θεό για την άπειρη πατρική Του αγάπη και για τη θεραπεία που μου χάρισε –τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος–, αποφάσισα να κάνω ό,τι είχε κάνει και η αδελφή μου και ό,τι με παρακινούσε από μέσα μου η καρδιά μου, δηλαδή να αφιερωθώ κι εγώ στον Θεό για να μπορώ έτσι να δέχομαι και να οικειοποιούμαι όσα μου είχε διδάξει για την αιώνια ζωή ο γλυκύτατος Λόγος του Θεού. Ακόμη, έχω να σας πω και το εξής: το ιερό Ευαγγέλιο μού δίνει πάρα πολύ παρηγοριά σ’ αυτό το ταξίδι της ζωής μου και χύνει άφθονο και ασυνήθιστο φως στο μυαλό μου, ζεσταίνοντας την κρύα μου καρδιά…».


[«Οι περιπέτειες
ενός προσκυνητού»,
Μέρος 2ο, Κεφ. Β΄,
σελ. 205–210.
Μετάφραση:
Παντελεήμονος Καρανικόλα
Μητροπολίτου Κορίνθου
(1919–2006).
Εκδοτικός Οίκος
«Αστήρ»,
Αθήναι, 19663.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
και ολική μεταφορά του
στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ…

ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ…


     «Σύμφωνα με τον Λόγο του Θεού, όλα τα ανομήματα καθαρίζονται διά της προσευχής. Η ψυχή δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τα δεινά της παρούσης ζωής και παρηγορείται μόνο με την προσευχή. Χωρίς την προσευχή η ψυχή είναι νεκρή για την θεία Χάρη. Όταν είσαι λυπημένος, αποθαρρυμένος και βρίσκεσαι μέσα σε μεγάλους πειρασμούς, να επαναλαμβάνεις μόνο αυτά τα λόγια: “Ω, Κύριε, βοήθησε, ελέησε και σώσε τον δούλο Σου!”. Ό,τι κι αν κάνεις, ή κάθεσαι ή περπατάς ή εργάζεσαι, να λες πάντα με την καρδιά σου: “Κύριε ελέησον!”. Όταν παρουσιάζονται βάσανα και δεν έχεις δύναμη να τα υποφέρεις, τότε να στρέφεσαι με όλη σου την καρδιά προς τον Κύριο, προς την Θεομήτορα, προς τον Άγιο του οποίου έχεις το όνομα και θ’ ανακουφισθείς από τα βάσανα. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ποτέ δεν στρέφονται προς τον Θεό και ποτέ δεν προσεύχονται. Και ξαφνικά η ψυχή τους αισθάνεται μελαγχολία, το πνεύμα τους ανησυχία και η καρδιά τους θλίψη. Τότε συνειδητοποιούν ότι σε μια τέτοια δυστυχία, κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να τους σώσει. Γι’ αυτό στρέφονται προς τον Θεό και μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό λένε: “Κύριε, ελέησέ με!”. Και ο Κύριος τούς ακούει, αν και στην αρχή ο άνθρωπος μόλις που αισθάνεται την θεία Χάρη. Αργότερα την αισθάνεται όλο και περισσότερο και νιώθει ανακούφιση. Οι δοκιμασίες του Ιώβ είναι νόμος για κάθε άνθρωπο. Όταν είναι πλούσιος, επιφανής κι επιτυχημένος, ο Θεός δεν συνομιλεί μαζί του. Όταν είναι πάνω σ’ ένα σωρό κοπριά, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους, τότε εμφανίζεται ο Θεός και συνομιλεί μαζί του και αυτός μόνο ακούει και κράζει: “Κύριε, ελέησέ με!”. Να προσεύχεσθε απλά: “Ω, Κύριε, δώσε μου την Χάρη Σου!”. Ένα σύννεφο από λύπες και βάσανα μπορεί να έρθει εναντίον σας, αλλά εσείς μόνο να προσεύχεσθε: “Ω, Κύριε, δώσε μου την Χάρη Σου!”, και ο Κύριος θ’ απομακρύνει την θύελλα…».

ΟΣΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ
(1853–1928)


[«Όσιος Νεκτάριος,
ο τελευταίος μεγάλος
Στάρετς της Όπτινα»,
Μέρος Γ΄, κεφ. 1ο,
σελ. 299–300,
Έκδοση Ιεράς Μονής
Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,
Κάλαμος Αττικής,
Ιούλιος 20031.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΑΝΤΩΝΑΚΗ

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΑΝΤΩΝΑΚΗ


     κυρ-Ἀντωνάκης ἤτανε νοικοκύρης καλός, μὰ ἡ τύχη του ἔγραφε νὰ πάρει μιὰ γυναῖκα ἀνάποδη καὶ γλωσσού. Ὅσο ἤτανε ἐκεῖνος σιγομίλητος σὰν πνευματικός, τόσο ἡ κυρία του ἤτανε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χρόνια μαλώνανε, κι ὅσο ἔκανε ὑπομονὴ ὁ κυρ-Ἀντωνάκης, τόσο σκύλιαζε κείνη ἡ Δαλιδά, ὅπως τὴν ἔλεγε.

     Σὰν εἶδε κι ἀπόειδε, σοφίστηκε τοῦτο τὸ σύστημα: Παράγγειλε σ’ ἕναν μαραγγὸ ἕνα ἀναλόγιο μ’ ἕνα συρτάρι, καὶ τό ’βαλε μέσα στὴν κάμαρή του. Ἀγόρασε κ’ ἕνα τεφτέρι σὰν Τετραβάγγελο καὶ τὸ κλείδωσε μέσα στὸ συρτάρι. Κι ὅποτε ἄρχιζε νὰ φωνάζει ἡ γυναῖκα του, δὲ μιλοῦσε ὁλότελα, μόνο ἔβαζε τὸ δάχτυλό του στὸ στόμα του κ’ ἔλεγε: «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου». Καὶ παρευθὺς κλειδωνότανε στὸν ὀντά του, ἔβγαζε τὸ τεφτέρι, τ’ ἄνοιγε ἀπάνου στ’ ἀναλόγιο, κ’ ἔπιανε κ’ ἔγραφε, ἔγραφε, ἴσαμε ποὺ σκοτείνιαζε. Ὕστερα τὸ ξανακλείδωνε στὸ συρτάρι καὶ πάγαινε στὸν καφενέ.

     ραγες τί νά ’γραφε;

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)


[Φώτη Κόντογλου:
«Ἔ ρ γ α »
Τόμος Α΄,
«Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»,
Κεφ. 26ο, σελ. 231,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ»,
Ἀθῆναι, Ὀκτώβριος 19957.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

«ΔΕΝ ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»

«ΔΕΝ ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ
ΟΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»


     Τι κι αν μας καλεί και μας προτρέπει πατρικά ο Θεός με την αγάπη Του, με τον λόγο Του, με την αποκάλυψη των μυστήριων Του μέσα στην Εκκλησία Του και με τη χριστοευαγγελική ζωή των αγίων Του «άγιοι γίνεσθε ότι Άγιος ειμι» (βλ. Λευϊτ. 20, 7, 26· Α΄ Πέτρ. 1, 16); Σε μια εντελώς άλλη ρότα, εμείς. Ούτε καν στις παρυφές του Χριστιανισμού δεν μας αφήνει η συστημική ατσαλακωσιά, η ψευδοτελειότητα και η βδελυρή αυτοπεποίθησή μας να βηματίσουμε. Εύθυμοι αρνούμαστε το ύψος, απροβλημάτιστοι απαξιώνουμε το βάθος και αφιλαλήθεις «δηλώνουμε άγνοια» έγκαιρα περί των πνευματικών ζητημάτων, ίσα για να σώσουμε ή να καλύψουμε την αθέατη προσκόλλησή μας προς τον υποχθόνιο εαυτό μας και προς εκείνο το συνεχές επάρατο βόλεμα που αυτός αναζητάει σε κάθε περίσταση. Φαίνεται ότι θα περάσουν πραγματικά πολλές δεκαετίες μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο η προσωπική μας επαναύπαυση και ο ατομικός εφησυχασμός είναι αυτά που κατ’ εξοχήν αντιμάχονται σθεναρά το θείο έλεος και φυγαδεύουν από μας κάθε δωρεά του Θεού. Τι τους θέλουμε τους «σατανάδες», τους «πειρασμούς», τους «δαιμονισμούς», τις «βασκανίες», τα «μαρτύρια» και τις «δοκιμασίες» που περνάμε «αβοήθητοι», «αδικημένοι», «μόνοι» και «έρημοι»; Για την ανάπτυξη πειστικότερων δικαιολογιών; Εκεί, μέσα στα ανεξερεύνητα έγκατα του ηθικού, του καλού, του ευυπόληπτου και άτρωτου εαυτού μας φωλιάζει η απιστία, κατοικοεδρεύει η αθεΐα και η αθεότητα, κουρνιάζει η αρνησιθεΐα και η χριστομαχία· όλη η αγνωσία του Θεού μέσα σε μιαν απίστευτα πλούσια γκάμα μορφών και εκδηλώσεων ενός δήθεν θρησκευτικού βίου. Και ένας πρόσφατα ειπωμένος λόγος είναι πέρα ως πέρα δηλωτικός της έκπτωσης του ανθρώπινου πνεύματος που έχει ήδη λάβει χώρα μέσα μας, το οποίο πνεύμα, πέρα πάσης αμφιβολίας, έχει πάψει προ πολλού να είναι «πνεύμα» (πρβλ. Γεν. 6, 3: «Δεν θα παραμείνει το ζωοποιό Πνεύμα Μου στους ανθρώπους για πάντα, γιατί έχουν γίνει σάρκες»). Και το ζήσαμε και το ακούσαμε αυτό: «Ε, δεν πάμε για να γίνουμε όλοι άγιοι μέσα στην Εκκλησία…», ψέλλισε αβίαστα ο γρανιτένιος ορθολογισμός (Σημ.: Ο ορθολογισμός! Αυτή η άλλη στυγερή μορφή αθεΐας, πολύ καλά κρυμμένης μέσα μας) ενός «γραβατωμένου» ψάλτη που, επί χρόνια, καταλάβαινε τελείως επιφανειακά την «Οκτώηχο»: μόνο σαν μια ξερή ψαλτική βίβλο, σαν ένα έντυπο σύστημα κατ’ ήχον τροπαρίων που αφορούν την τυπική μέθοδο εκμάθησης της περίφημης «βυζαντινής μουσικής», παρά σαν μια ζωντανή πνευματέμφορη ανθοδέσμη αθάνατων κείμενων αέναης προσευχής και λατρείας μέσα στην παντοτινά ευχόμενη Εκκλησία. Όταν στην τραγική σου άγνοια πας να μειώσεις τη Χάρη του Θεού και να σύρεις το μυστήριο της Προσευχής σιμά στα μέτρα της φτωχής σου αντίληψης, καμία παράκληση από την «Παρακλητική» δεν πρόκειται να κατέλθει μετά. Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις βασιλεύει μέσα μας και έξω μας η μαρμαρένια ψύχρα από τη χτυπητή «απουσία» του πανταχού Παρόντος Θεού. Έτσι, γινόμαστε ακόλουθοι και ουραγοί μιας κατά πάντα απρόσφορης, ανωφελούς και επιζήμιας θρησκείας, η οποία (έμαθε και μας έμαθε να) φιγουράρει αθεάρεστα και καμαρωτά στις διάφορες βιτρίνες του απατεώνα κόσμου: εκείνου του κόσμου που βρίσκεται μέσα μας και εκείνου του κόσμου που επεκτείνεται προς τα έξω μας. Δυστυχώς, ένας άλλος ανεπαίσθητος «πα-βου-γα-δη-κός» θάνατος ισοκρατεί τις άψογες μελωδίες μας και τις τέλεια εκτελεσμένες νότες μας. Και όλη η ποθητή μεταρσίωση και η χαρά που με λαχτάρα αναμέναμε να αναδυθούν μέσα από τη διακονία μας είναι τελικά άφαντες και δεν έρχονται να υποδεχθούν τις προσδοκίες της καρδιάς μας. Κάθε φορά που, με τη χωματένια ζωή και το χαμερπές φρόνημά μας, γίνεται μια βίαιη αποψίλωση των ιερών βιωμάτων που χαρίζει ο Θεός μέσα στην καρδιά των λειτουργών, των ψαλλόντων και των εκκλησιαζομένων, έρχεται δίκαια και σαρωτικά τότε η τελετουργία του μηδενός. Ας το πάρουμε επιτέλους απόφαση: χωρίς την έννοια, τον χαρακτήρα, την πράξη, το κλίμα και την κατάσταση της Προσευχής, όλα γειώνονται, όλα μαραίνονται, όλα σβήνουν. Μακρά, τρικούβερτα πανηγύρια ενός ανυπόφορου ανεκκλησιασμού σπείρονται ολοένα και συχνότερα στην επικράτεια των πιστών και θλιβερά ανούσιες παραστάσεις της πιο χιλιοπαιγμένης και αδιάφορης επίδειξης έρχονται να απωθήσουν τη συνείδησή μας. Ποιος αφυπνίζεται; Ποιος καταλαβαίνει; Και ποιος στην τελική αποστασιοποιείται νουνεχώς απ’ όλ’ αυτά; Τη θέλετε την απάντηση; Πλέον κανείς ή σχεδόν κανείς. Τότε, πώς περιμένουμε να γίνει η ευλογημένη άνωση με την ανατροπή της πτωτικότητας και της αμαρτίας μας; Με την ολόθυμη συμμετοχή μας σε όλο αυτό το παραστασιακό τίποτα; Και μένει μετά σταθερή και ακλόνητη μέσα μας η ιδέα ότι «υπηρετούμε», η πεποίθηση και η αυτοδικαίωση ότι «διακονούμε» καλώς την Εκκλησία· την οποίας το σεπτό πρόσωπο, εάν στ’ αλήθεια ήταν ανοιχτά τα μάτια της ψυχής μας, θα βλέπαμε να είναι επιδοκιμαστικά γυρισμένο αλλού: εκεί «όπου» βαδίζει και βρίσκεται ο Χριστός. Αλλά, στον κόσμο μας εμείς…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΠΑΛΙ;

ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΠΑΛΙ;


     Δεν ακούω τίποτα! Γιατί ολοένα και πιο λίγο υπάρχει κάτι που μπορεί ν’ ακουστεί και να κατανοηθεί ελεύθερα από την καρδιά. Πριν την ελευθερία, η καρδιά οφείλει να σπάσει τις αμπάρες της. Ή έχουμε σκληρυνθεί και πεθάναμε ή έχουμε υπερβεί χρόνια τραύματα και ζούμε. Χαράζουμε τους ίδιους κύκλους και χαιρόμαστε γι’ αυτό. Μια ζωή «αυτό» και όχι το «άλλο». Ή μέσα σε μια στιγμή το «άλλο» που δεν περιμένεις μέσα στο «αυτό» που ήδη ζεις· άσχετα με το πώς είσαι: αβοήθητος, κραταιός, αναίσθητος, κατωχυρωμένος, ταλαιπωρημένος ή απορημένος. Με τα πολλά, μια ωραία κρίση έρχεται πάντα –δεν το καταλαβαίνεις;– μια δικαιοκρισία που καταλήγει σε ανάπαυση, σε παρηγοριά σε αείζωη ζωή που έχουμε ανάγκη να βιώσουμε κι ας το αποφεύγαμε επιμελώς. Η Αγάπη με τη δωρική στοργή της και με τη θυσιαστική δικαιοσύνη της μας εκπλήσσει συνεχώς. Η έκπληξη είναι στοιχείο του επέκεινα –να το θυμάσαι αυτό. Το ίδιο συμπέρασμα πάντα μπροστά από τη σκέψη μας· λες και στο θυμό ή πάνω στη στοργή σκοντάφτουν όλα και όλοι. Οι περισσότεροι από μας –δες το λίγο κι εσύ!– βαΐζουν και πέφτουν χάμω με τόσο πάταγο που λίγοι σήμερα παίρνουν χαμπάρι. Η «γραμμή» δεν είναι τωρινή, υπάρχει για να περιφρουρεί το σύστημα, να βαστάει τη ψυχή τάχα να μην έρθει σε απόγνωση. Σε αυτήν από την οποία έρχεται η άνωση και η θεραπεία. Έτσι, τα θέλουν όλα ήρεμα και αβρά, ατσαλάκωτα, αρυτίδωτα και δικαιωμένα. Και το δίλλημα τελικά δεν είναι καν ρητορικό, είναι ρεαλιστικό: Να πούμε ωραίες σοφίες και ανώδυνες ρητολογίες να ντοπαριστεί λίγο το σάπιο μας εγώ ή να μας φανερώσει ο καλός Θεός καμιά τερπνή σαλότητα που θ’ αγαπήσουμε για πάντα; Όλα τα παράδοξα και ακατανόητα μας συμβαίνουν μόλις ταπεινωθεί η ατσαλένια λογική που θρέφει την γεραρά αδυναμία μας.

     Πάντως, καμία λέξη δεν συμμάχησε με την έκφραση, καμία φράση δεν ευοδώθηκε στο λόγο, όταν κάποτε μας αγκύλωσε σύγκορμα ο πόνος, όταν κάποτε μας συνεπήρε μεθυστικά η χαρά. Τι τα θες; Τα άκρα είναι πάντα τα πιο παροδικά. Μα, από τη σαγήνη τους σερνόμαστε όλοι. «Άνθρωποι» είμαστε. Συνέχεια αυτό το τετριμμένο μπροστά μας, αλλά και τόσο αληθινό. Αληθινές πέρα ως πέρα και οι προφάσεις, οι δικαιολογίες και οι αιτιάσεις μας. Αλήθεια δεν είναι η αλήθεια μας που συγγενεύει μυστικά με το υποχθόνιο ψέμα μας, μα το ψέμα που φυγαδεύουν τα αληθινά μας βιώματα. Μια ενδόμυχη άρνηση –να το θυμάσαι– είναι αυτό και εκείνο που τα χαλάει όλα: πρόσωπα, σχέσεις, διαθέσεις, λόγια, πράξεις. Πάνε τα μυστήρια όλα στράφι. Πίσω σε Αυτόν που τα έστειλε. Λες κι ο Θεός, δεν είναι «Θεός»! Και μας έβαλε στανικά να παλεύουμε συνεχώς με τα «λάθη» μας. Μη πεις «αμαρτίες», ενοχλεί πολύ. Σπάει την παρήγορη ελαφρότητα του «trendy», την όμορφη θωπεία της «ενέργειας».

     Η σιωπή μπορεί να «τα λέει όλα»· γιατί αυτή είναι το εργαστήρι και η σμίλη της καρδιάς. Ο δε απρόσωπος και ανεγκάρδιος κόσμος, εκεί! Πάντα εκεί! Πίσω από γελοίους τύπους και αφόρητες ηθικές, μένει μονάχα να απορεί, να εξουθενώνει και να προδίδει. Φρένο στην ανάσα μας. Κατάπλασμα στις λαχτάρες μας. Αμίλητος και άπρακτος «σαμαρείτης» στα διάσπαρτα εγκλήματα, της ψυχής, του σώματος, του κόσμου που βυθίζεται στην ακοσμία του. Ό,τι πιο βάρβαρο, υποκριτικό, απάνθρωπο και αγενές αυτό. Κι έγινε το λάθος επάρατη φύση όλων: να αγαπάμε μόνιμα την κενότητα των φλυαριών που απωθούν την εμπιστοσύνη, την αρρώστια των θεωριών που αγριεύουν τη φύση, τη διδαχή που παραφρονεί όταν δεν βιώνεται, την άνευρη αγάπη που δεν τελεσφορείται στην πρόθεση και την πράξη. Τι με κοιτάς; Μήπως δεν κατάλαβες πάλι; Ή μήπως δεν είναι έτσι; Έλα!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

«ΜΗΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙΣ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΩΙΣΜΟ ΣΟΥ»

«ΜΗΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙΣ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ
ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΩΙΣΜΟ ΣΟΥ»


     Σε μια επίσκεψή μου στο Άγιον Όρος συναντήσαμε ένα ευλογημένο γεροντάκι – δεν θυμάμαι τώρα τ’ όνομά του. Καθόμαστε στο πεζούλι κάτω από την κληματαριά και απολαμβάναμε την απλότητά του και τα σοφά λόγια του. Κάποια στιγμή μάς είπε πως είχε ένα νεαρό καλογέρι. Είχε καλή φωνή και ο γέροντας τον έμαθε βυζαντινή μουσική. Δυστυχώς –δεν θυμάμαι από ποια αιτία– το καλογέρι πέθανε νεότατο. Ο γέροντας λυπήθηκε. Άρχισε να προσεύχεται. Κάποια μέρα ο Θεός τού αποκάλυψε την κατάστασή του. Δεν πήγε καλά! Άρχισε εντονότερη προσευχή και ζητούσε από τον Θεό να μάθει γιατί. Στην έμπονη προσευχή του ο Θεός τού απάντησε:
     –Βυζαντινή μουσική τού έμαθες· ταπείνωση δεν του έμαθες!

     Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει χαρακτηριστικά στην «Κλίμακά» του για την κενοδοξία (και την έπαρση) που διακρίνει τους μοναχούς (ή λαϊκούς) ιεροψάλτες που τους ωθεί (κατά την ώρα της ακολουθίας πάνω στο αναλόγιο) σε διάφορες πράξεις καθαρά προς επίδειξη: «Η κενοδοξία, όταν ήρθε η ώρα της ψαλμωδίας, τους ράθυμους τούς έκανε πρόθυμους· τους άφωνους καλλίφωνους· και τους νυσταλέους άγρυπνους. Τους προτρέπει να καλοπιάνουν τον κανονάρχη –τον υπεύθυνο για την ευταξία και ευρυθμία της λειτουργικής σύναξης ή αγρυπνίας– και να τον εκλιπαρούν να τους παραχωρήσει τα πρωτεία στην ψαλμωδία. Αυτή (η κενοδοξία) τους κάνει να τον αποκαλούν κολακευτικά “πατέρα” και “διδάσκαλο” και, όλα αυτά, μέχρι να αναχωρήσουν (από τον ναό) οι ξένοι (οι προσκυνητές και οι επισκέπτες). Ποιος δεν θα γελάσει με τον εργάτη της κενοδοξίας που παρίσταται στην ψαλμωδία και, επηρεαζόμενος από αυτήν, άλλοτε γελά (από επιτηδευμένη προσήνεια και φιλαδελφία) και άλλοτε κλαίει ενώπιον όλων (από νόθα και προσποιητή κατάνυξη);…» (βλ. «Κλίμαξ», Λόγος Η΄, §19 και ΚΑ΄, §7, §18).

     Εντυπωσιάζει το εξής γεγονός: Έχουμε πολλούς αγίους (που προέρχονται από όλα τα επαγγέλματα, από όλες τις τάξεις, τις ιδιότητες, τις φυλές και τα γένη)· πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, γεωργούς, στρατιωτικούς, γιατρούς, γυναίκες, παιδιά κ.λπ. Όμως, ιεροψάλτες αγίους έχουμε ελάχιστους. Μήπως η κενοδοξία είναι αυτή που καταστρέφει τα πάντα;


     Ο Προηγούμενος της Σιμωνόπετρας γέροντας Αιμιλιανός έλεγε προς τους μοναχούς του: «Το εγώ του ανθρώπου είναι τόσο υποχθόνιο, ώστε κρύβεται κάτω και από το πιο ιερό πράγμα… Τι είναι ο άνθρωπος! Πώς κρύβεται το εγώ μας! Προς τον Χριστό πάει, με τον Χριστό μιλάει, αλλά τον εαυτό του κοιτάζει!» (βλ. «Θεία Λατρεία – Προσδοκία και όρασις του Θεού», εκδ. Ορμύλια, 2001, σσ. 163–164).

     Ο μακαριστός γιατρός του Αγίου Πορφυρίου, ο καρδιολόγος Γεώργιος Παπαζάχος (1935–2001), μας διασώζει ένα συγκινητικό περιστατικό που έζησε στο Άγιον Όρος και που έχει άμεση σχέση με το θέμα μας.
     Διηγείται ο ίδιος:

     «Κατηφορίσαμε με τον π. Ιωσήφ για τον ασθενή μου. Η καλύβα του γερο-Χρυσόστομου είναι σε απότομο και κακοτράχαλο σημείο. Τον βρήκαμε να κάθεται στο πεζούλι της στενής αυλής τους με τον υποταχτικό του. Ήταν 92 χρόνων. Συμπαθής φυσιογνωμία. Μάλλον ψηλός, με έντονα οιδήματα σφυρών. Εύκολη η διάγνωση με την πρώτη ματιά. Του φίλησα το χέρι και συστήθηκα. Συστήθηκε και εκείνος. Ήρθε νέος στο όρος. Στον κόσμο ήταν πυροσβέστης, αλλά και καλός ψάλτης. Θέλησε να προσφέρει το “χάρισμα” της φωνής του στη συνεχή δοξολογία του Θεού μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας.

     »Μπήκαμε μέσα στο καλύβι του. Ο απέναντι τοίχος του κελιού ήταν γεμάτος από ημιτελείς εικόνες του αγίου Γεωργίου. Απόρησα γι’ αυτό, αλλά δεν ρώτησα. Εκείνος με ρώτησε το βαφτιστικό μου όνομα και, όταν είπα “Γεώργιος”, με αγκάλιασε, με φίλησε και με παρακάλεσε διακριτικά να καθίσω σε ένα πάγκο δίπλα στο παράθυρο για να μου διηγηθεί μια ιστορία… Κάθισα. Από το παράθυρο φαινόταν κάτω η θάλασσα, σαν από αεροπλάνο.


     »–Σου είπα ότι είχα πάθος με την “ψαλτική”. Η φωνή μου με κολάκευε κι εγώ, όπου πήγαινα να ψάλω, ζητούσα την πρωτοκαθεδρία. Οι ταπεινοί αδελφοί πάντα με αναγνώριζαν πρωτοψάλτη. Έτσι, μια χρονιά του αγίου Γεωργίου, είχαν ολονυχτία στην Αγία Άννα κι εγώ έβαλα στον τορβά μου τα μουσικά βιβλία κι έφθασα στον ναό λίγο καθυστερημένος. Όμως, άλλοι είχαν ήδη ανέβει στο ψαλτήρι και δεν μού ’διναν τη θέση του “πρώτου”. Περίμενα λίγο. Τίποτα! Τους έδωσα να καταλάβουν …“ότι ήρθα”, αλλά αυτοί συνέχιζαν να ψάλλουν τα δικά τους. Άρχισα να θυμώνω και να ταράσσομαι. “Γιατί ήρθα;”, σκέφτηκα, “για δεύτερος ή για τρίτος; Εγώ λαμπαδάριος ή δομέστιχος; Ή εγώ πρώτος ή θα φύγω!”. Και, δυστυχώς, ο εγωισμός με οδήγησε στο δεύτερο. Μάζεψα τα βιβλία μου και επιδεικτικά έφυγα. “Να μάθετε ποιος είμαι!...”, είπα μέσα μου. Σε καμιά ώρα έφθασα στο κελί μου, στενοχωρημένος “έως θανάτου”. Άφησα τον τορβά μου, κάθισα στον πάγκο που κάθεσαι τώρα, γιατρέ. Ήμουν ιδρωμένος και κατάκοπος. Ράκος ψυχικό. Με πήρε ο ύπνος. Και τότε, μου συνέβη κάτι θαυμαστό. Δεν ξέρω αν ήταν όραμα ή όνειρο.

     »Βρέθηκα κάτω στον αρσανά των Κατουνακίων και ήταν βαθύ σκοτάδι. Μόνο τα κύματα ακούγονταν. Σε λίγο άκουσα κουβέντες και μια βάρκα που πλησίαζε. Μόλις που διακρινόταν. Κωπηλατούσαν 6-8 στρατιώτες και ένας Αξιωματικός στεκόταν όρθιος. Η στολή του δεν έμοιαζε με τις στολές των δικών μας αξιωματικών. Η βάρκα ακούμπησε στον αρσανά. Φοβήθηκα. Ακούστηκε στην ησυχία η φωνή του Αξιωματικού:
     »–Κατεβείτε και φέρτε τον μέσα στη βάρκα!
     »Εγώ αντέδρασα και μαζεύτηκα.
     »–Όχι, όχι!... Εγώ είμαι καλός άνθρωπος!..., είπα. Εγώ ήρθα στο Όρος να καλογερέψω. Δεν είμαι κλέφτης!... Μη με πιάσετε!...


     »–Έλα μέσα!... Έλα μέσα!...
     »Ακούστηκε σταθερή η φωνή του Αξιωματικού. Με πήραν μαζί τους και η βάρκα κατευθύνθηκε προς τον αρσανά της Αγίας Άννης. Δεν μίλαγε κανείς. Σκοτάδι γύρω. Μαύρη η θάλασσα. Δεν μίλαγε κανείς. Φοβήθηκα πολύ. Δεν τολμούσα να κοιτάξω τα πρόσωπά τους, ούτε να τους ρωτήσω. Μόνο όταν φθάσαμε στην Αγία Άννα, μου μίλησε αυστηρά ο Αξιωματικός:
     »–Πήγαινε να ψάλλεις στο Πανηγύρι μου! Και μην προσβάλλεις τη Γιορτή μου με τον εγωισμό σου!... Πήγαινε!... Σ’ αγαπώ!...

     »Τότε κατάλαβα ποιος ήταν: ήταν ο ίδιος ο άγιος Γεώργιος! Ξύπνησα τρομαγμένος και έβαλα τα κλάματα. Δάκρυα μετανοίας για την απαίσια διαγωγή μου. Κοίταξα το ρολόι. Προλάβαινα. Αν έτρεχα, προλάβαινα πριν τελειώσουν. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Της επιστροφής του ασώτου. Στον δρόμο παρακαλούσα τον άγιο Γεώργιο να με συγχωρέσει. Τέτοιο αμάρτημα που έκανα απόψε!… Να χαλάσω την ατμόσφαιρα του πανηγυριού!... Να παγώσω τις καρδιές των συνασκητών μου με το πάθος μου!...
     –Συγχώρησέ με, άγιέ μου, τον ανάξιο μοναχό!...


     »Έφθασα πριν τελειώσουν. Μόλις μπήκα στον ναό, ξαφνιάστηκαν όλοι. Στάθηκα κάτω από τον πολυέλεο και φώναξα με δάκρυα:
     »–Συγχωρέστε με, αδελφοί μου!
     »Και έκανα εδαφιαίες μετάνοιες προς τα τέσσερα σημεία του ναού. Έκλαιγαν οι αδελφοί, έκλαιγα κι εγώ. Με το “Δι’ ευχών” αγκάλιασα έναν-έναν όλους και συγχωρεθήκαμε. Ήταν η πιο έντονη μέρα της ζωής μου…».

Φαίνεται ότι 
η ταπείνωση ξαναχτίζει 
ό,τι γκρεμίζει ο εγωισμός· 
την αγάπη και το χαμόγελο 
μέσα μας και γύρω μας…


«Πολλάκις
τὴν ὑμνωδίαν ἐκτελῶν,
εὑρέθην
τὴν ἁμαρτίαν ἐκπληρῶν·
τῇ μὲν γλώττῃ
ᾄσματα φθεγγόμενος,
τῇ δὲ ψυχῇ
ἄτοπα λογιζόμενος·
ἀλλ’ ἑκάτερα διόρθωσον,
Χριστὲ ὁ Θεός,
διὰ τῆς μετανοίας,
καὶ σῶσόν με».
[Παρακλητική,
Γ΄ Ἦχος,
Ὄρθρος Δευτέρας,
Β΄ ἀπόστιχο τῶν αἴνων.]





[Μητροπολίτου Αργολίδος
Νεκταρίου (Αντωνόπουλου):
«Ψαλώ τω Θεώ μου
ή τω εαυτώ μου;»
–Η ψαλτική τέχνη
ως διακονία και χάρισμα–
Κεφ. 7ο, σελ. 67 και 70–75,
Εκδόσεις «Επιστροφή»,
Ναύπλιο, Δεκέμβριος 20151.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.