Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΜΑΝΔΗΛΙΟΝ

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΜΑΝΔΗΛΙΟΝ


     Κατά τους χρόνους της επίγειας ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο βασιλιάς της Εδέσσης Μεσοποταμίας, Άβγαρος [1], που είχε προσβληθεί από λέπρα και αρθρίτιδα, άκουσε να γίνεται λόγος για τις αναρίθμητες ιάσεις που επιτελούσε ο Χριστός. Καθώς εκείνος δεν ήταν σε θέση να μετακινηθεί, έστειλε στην Ιερουσαλήμ τον αρχειοφύλακά του, ονόματι Ανανία, με μία επιστολή απευθυνόμενη στον Κύριο, στην οποία ο ηγεμόνας ζητούσε από τον Σωτήρα να μεταβεί κοντά του για να τον θεραπεύσει. Του πρότεινε, μάλιστα, να εγκατασταθεί στην Έδεσσα για να αποφύγει τις μηχανορραφίες των Εβραίων. Επιφόρτισε συν τοις άλλοις τον Ανανία, που ήταν ικανός ζωγράφος, να κάνει το πορτραίτο Εκείνου για τον Οποίον έλεγαν ότι ήταν Υιός του Θεού. Φθάνοντας στον προορισμό του, ο Ανανίας παρέδωσε την επιστολή στον Κύριο, που βρισκόταν εν μέσω μεγάλου πλήθους, και ανεβαίνοντας σε έναν βράχο απ’ όπου μπορούσε να Τον βλέπει καλύτερα, προσπάθησε να σχεδιάσει την μορφή Του. Ήταν όμως αδύνατο να συλλάβει με ακρίβεια τα θεία χαρακτηριστικά του Σωτήρος, γιατί το πρόσωπό Του έδειχνε να αλλάζει διαρκώς όψη, υπό την επενέργεια της άφατης χάριτος που ανέδιδε. Ο Χριστός, που ετάζει τις καρδιές και τις βουλές των ανθρώπων, διέβλεψε το σχέδιο του Ανανία και θέλοντας να δείξει ότι δεν μπορεί κανείς να διαχωρίσει την ανθρωπότητα από την θεότητά Του, ικανοποίησε την ευσεβή επιθυμία του επιτελώντας μέγα θαύμα. Είπε να Του φέρουν μία μικρή λεκάνη, ένιψε το πρόσωπό Του και το σκούπισε με μία πετσέτα διπλωμένη στα τέσσερα. Ευθύς τα χαρακτηριστικά Του αποτυπώθηκαν πάνω σε τούτο το Μανδήλιο, δίχως επέμβαση ανθρώπινου χεριού. Το έδωσε τότε στον Ανανία με μία επιστολή για τον Άβγαρο, στην οποία εξηγούσε ότι όφειλε να εκτελέσει στην Ιερουσαλήμ το αιώνιο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων. Του υποσχόταν όμως ότι όταν η αποστολή Του θα έληγε και θα ανερχόταν στον Ουρανό, θα του έστελνε έναν από τους μαθητές Του για να του χορηγήσει την ίαση της ψυχής και του σώματός του [2].


     Ο βασιλιάς Άβγαρος υποδέχθηκε τον Ανανία με μεγάλη χαρά και γονάτισε μπροστά στην εικόνα του αγίου Μανδηλίου με πίστη και αγάπη, έτσι που θεραπεύθηκε τελείως σχεδόν από την λέπρα, εκτός μόνο από μία πληγή που του απέμεινε στο μέτωπο. Μετά την Ανάληψη του Σωτήρος μας και την Πεντηκοστή, ο άγιος Απόστολος Θαδδαίος [21 Αυγ.] στάλθηκε στην Έδεσσα, όπου κηρύττοντας το Ευαγγέλιο βάπτισε τον βασιλιά και μεγάλο τμήμα του λαού [3]. Βγαίνοντας από το βαπτιστήριο, ο Άβγαρος θεραπεύθηκε εντελώς και ανέπεμψε ευχαριστίες στον Θεό. Κατόπιν επέδειξε τόσο μεγάλη ευλάβεια προς την αχειροποίητη Εικόνα, ώστε πρόσταξε να την τοποθετήσουν σε μία κόγχη, όπου προηγουμένως βρισκόταν ένα είδωλο, πάνω από την βασική πύλη της πόλης με την επιγραφή: «Χριστέ, ὁ Θεός, ὁ εἰς Σὲ ἐλπίζων, οὐκ ἀποτυγχάνει ποτέ»Όλοι όσοι έμπαιναν στην πόλη όφειλαν να την τιμούν. Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο ο εγγονός του, ανέλαβε να στρέψει τον λαό πίσω στην ειδωλολατρία και σχεδίασε να καταστρέψει την Εικόνα. Προειδοποιημένος από ένα όραμα για το σχέδιο αυτό, ο επίσκοπος Εδέσσης, φρόντισε να φράξουν την κόγχη όπου βρισκόταν η Εικόνα, αφού τοποθέτησαν αναμμένο λύχνο μπροστά της.


     Πολλά χρόνια πέρασαν και παρόλο που το βασίλειο είχε γίνει χριστιανικό, η ύπαρξη της Εικόνας λησμονήθηκε. Όταν την πόλη πολιόρκησε ο Πέρσης βασιλιάς Χορσόης (554) [4] βυθίζοντας τους κατοίκους σε αγωνία, αποκαλύφθηκε στον επίσκοπο Ευλάλιο σε όραμα το μέρος που βρισκόταν η Εικόνα του Σωτήρος, με την προστασία της οποίας θα μπορούσαν να νικήσουν. Ο επίσκοπος έβαλε να αποφράξουν την κόγχη και με μεγάλη έκπληξη ανακάλυψαν όχι μόνο άθικτη την εικόνα, αλλά και τον λύχνο να καίει μετά από τόσα χρόνια. Επιπλέον, πάνω στην πλίνθο που έφραζε την κοιλότητα, βρέθηκε αποτυπωμένο το ομοίωμα της εικόνας του αγίου Μανδηλίου [5]. Οι κάτοικοι σχημάτισαν αμέσως πομπή φέροντας τα δύο άγια τρόπαια με τόσο μεγάλο ορυμαγδό που έσπειρε τον φόβο στις τάξεις των επιτιθεμένων. Και όταν ο επίσκοπος τους ράντισε με λάδι από τον αναμμένο λύχνο, αυτό μετατράπηκε ευθύς σε φωτιά που τους έτρεψε σε φυγή.


     Λίγα χρόνια αργότερα η πόλη της Έδεσσας έπεσε στα χέρια των Περσών, κατόπιν ανακαταλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (628) και σύντομα καταλήφθηκε από τους Άραβες. Όταν ο χριστιανικός στρατός την ξαναπήρε, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός (870-948) έσπευσε να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη το άγιο Μανδήλιο και τις επιστολές του Άβγαρου (15 Αυγ. 944). Αμέτρητο πλήθος υποδέχθηκε την αγία Εικόνα, πρότυπο όλων των χριστιανικών εικόνων [6], που κατατέθηκε αρχικά στον ναό των Βλαχερνών, την επόμενη ημέρα στην Αγία Σοφία και από εκεί στον ναό της Θεοτόκου του Φάρου, στον περίβολο του παλατίου, για την προστασία της Βασιλεύουσας και όλου του λαού [7].


— ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ —
     [1] Άβγαρος Ε΄ Ουχάμα (13-57), τοπάρχης της Οσροηνής, περιοχής ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη με πρωτεύουσα την Έδεσσα.
     [2] Την παράδοση αυτή όπως και το κείμενο των επιστολών μεταδίδει στις αρχές του 5ου αιώνα ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος ωστόσο δεν κάνει λόγο για το επεισόδιο του αγίου Μανδηλίου (Εκκλ. Ιστ. 1, 13). Η «Διδασκαλία Αδδαίου» (τέλη 5ου αιώνα) είναι το πρώτο κείμενο που αναφέρεται σ’ αυτό. Κατά την περίοδο της εικονομαχίας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και οι Πατέρες της Εκκλησίας της Εβδόμης Συνόδου (787) αναφέρονταν σ’ αυτό για να δείξουν την θεία πηγή της τιμής των εικόνων (βλ. Histoire du roi Abgar et de Jesus, εκδ. A. Desreumeaux, Turnhout 1993). Παράλληλα με την παράδοση αυτή αναπτύχθηκε στην Δύση και εκείνη της αγίας Βερονίκης [12 Ιουλ.], που φέρεται να σκούπισε το πρόσωπο του Χριστού καθώς ανέβαινε στον Γολγοθά. Το μαντήλι αυτό βρίσκεται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.
     [3] Το βασίλειο της Εδέσσης υπήρξε πράγματι το πρώτο κράτος που έγινε επίσημα χριστιανικό, μετά την μεταστροφή του βασιλιά Άβγαρου Η΄ (197-212).


     [4] Ο Προκόπιος Καισαρείας γράφει ότι η θαυματουργική σωτηρία έλαβε χώρα χάρις στην επιστολή του Ιησού Χριστού που είχε χαραχθεί πάνω από την πύλη της πόλης (Εκκλ. Ιστ. 2, 12). Σύμφωνα όμως με τον ιστορικό Ευάγριο Σχολαστικό (Εκκλ. Ιστ. 4, 27), στον τόπο εκείνο ήταν εκτεθειμένη η αχειροποίητος Εικόνα. Η Γαλάτισσα προσκυνήτρια Αιγερία (4ος αιώνας), επισκεπτόμενη την Έδεσσα, συνάντησε τον επίσκοπο, ο οποίος της διηγήθηκε πώς η επιστολή είχε απωθήσει τις επιθέσεις των Περσών την εποχή του Άβγαρου («Προσκυνητάριον» 19, SC 21, 167-69).
     [5] Η δεύτερη αυτή αχειροποίητος εικόνα μεταφέρθηκε κατόπιν στην Ιεράπολη της Συρίας και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς φέρεται ότι την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το 965. Στον Συναξαριστή αναφέρονται κι άλλες αχειροποίητες Εικόνες [9 και 11 Αυγ.].
     [6] Σε μία ορθόδοξη εκκλησία το άγιο Μανδήλιον απεικονίζεται συνήθως πάνω από την Ωραία Πύλη, που οδηγεί στο ιερό ή πάνω από τις «βασιλικές πύλες» που χωρίζουν τον νάρθηκα από τον ναό.
     [7] Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 χάθηκαν τα ίχνη του Μανδηλίου της Εδέσσης. Κατά ορισμένους φέρεται να βρισκόταν μεταξύ των λειψάνων που αγοράστηκαν από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο τον 9ο, το 1247, και αποτέθηκαν στο Άγιο Παρεκκλήσιο στο Παρίσι, όπου και καταστράφηκαν κατά την Επανάσταση. Πιστευόταν εξάλλου ότι ταυτιζόταν με το Μανδήλιο του Τουρίνου, του οποίου το αρνητικό της φωτογραφίας αποκαλύπτει ένα ομοίωμα που παρουσιάζει εντυπωσιακή ομοιότητα με τον εικονογραφικό τύπο του αγίου Μανδηλίου. Η υπόθεση αυτή ωστόσο παραμένει αμφισβητήσιμη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Τὴν ἄχραντον Εἰκόνα σου
προσκυνοῦμεν Ἀγαθέ,
αἰτούμενοι συγχώρησιν,
τῶν πταισμάτων ἡμῶν,
Χριστὲ ὁ Θεός·
βουλήσει γὰρ ηὐδόκησας σαρκί,
ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ,
ἵνα ῥύσῃ οὓς ἔπλασας
ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ·
ὅθεν εὐχαρίστως βοῶμέν σοι·
Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα,
ὁ Σωτὴρ ἡμῶν,
παραγενόμενος εἰς τὸ σῶσαι
τὸν κόσμον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὴν θεαυγῆ, τῆς σῆς Μορφῆς ἐμφέρειαν,
ζωαρχικὰς μαρμαρυγὰς ἀστράπτουσαν,
ἐξ Ἐδέσσης ἐδεξάμεθα,
ὥσπερ φορέα πάσης δόσεως·
Σὺ γὰρ τὴν σὴν Εἰκόνα μορφωσάμενος,
αὐτὴν πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἀνήγαγες,
ὁ μόνος ὑπάρχων πολυέλεος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
 κεν ἐξ Ἐδέσσης ἡ σὴ Εἰκών,
ἐν τῇ Βασιλίδι,
κομισθεῖσα περιφανῶς,
καὶ τῆς σῆς προνοίας,
ἐκλάμπει τὰς ἀκτῖνας,
ἡλιακὸς ὡς δίσκος,
ἡμῖν Φιλάνθρωπε.




— ΕΠΙΜΥΘΙΟ —

     Το Άγιο Μανδήλιο! Το μάθαμε, το γνωρίζουμε και το θυμόμαστε από παιδιά, μέσ’ από τα βιβλία της βιβλικής ιστορίας, της θελκτικής παράδοσης για πρόσωπα και συμβάντα που αφορούν το πρόσωπο του Χριστού, από τις μετέπειτα νηπτικότερες εκδόσεις, από τη «Σύνοψη» με τ’ αλησμόνητα, ζωντανά, αυστηρά και μεγαλοπρεπή σχέδια του Κόντογλου, του Βαμπούλη, των «Παχωμαίων» ή άλλων αγιορειτών πατέρων αγιογράφων. Βουτηγμένο μέσα στο θυμίαμα της μνήμης της ευλάβειας των ορθοδόξων, κρατάει συντροφιά την καρδιά που ποθεί ένα ελάχιστο ψέλλισμα ευχής, μια μελέτη πνευματική, μια αδολεσχία μυστική. Είσαι κληρικός, είσαι λαϊκός, –δεν έχει σημασία!– πάντα το βλέπεις, πάντα δε γίνεται να μη το προσέξεις. Αρκεί να είσαι πιστός, απλός, ταπεινός, να κουρνιάζουν στην καρδιά ασίγαστοι παλμοί θείου πόθου, κάποτε η ανήσυχη ματιά σου θα φρενάρει κυριολεκτικά σ’ αυτό. Μπαίνεις στον ήσυχο ναό, πορεύεσαι σεμνά με αχνές τις ελπίδες, εκεί μπροστά στο τέμπλο, όπου ανοίγεται η θέα του ασκίαστου ουρανού της ορθόδοξης λατρείας. Και το Άγιο Μανδήλιο, εκεί! Πάντα αιχμαλωτίζει το βλέμμα της ικεσίας σου, πάντα συνεπαίρνει στα βουβά την καρδιά σου. Υψώνεις παρακλητικά το βλέμμα και αυτό σε κεντρίζει αγαπητικά και σε υψώνει ανεπαίσθητα. Η Ωραία Πύλη έχει έναν επιπλέον τώρα λόγο για να είναι «ωραία»: το Άγιον Μανδήλιον! Βλέπεις τη Μορφή και ταυτόχρονα νιώθεις ότι λίγο-πολύ οράσαι εκ βαθέων από Αυτή. Όλα τα έγκατα της ύπαρξης είναι διπλωμένα στο ταπεινό και αρχοντικό βλέμμα του Χριστού. Μια άλλη σταθερότητα και μια άλλη ακινησία ιερού πόθου εισρέει εντός σου, το καταλαβαίνεις και δεν το καταλαβαίνεις. Η Μορφή συνεχίζει πάντα να σε κοιτά με όλη της την απέραντη αυτοαγάπη και την αδαπάνητη στοργή. Αυτή η αχειροποίητα «μορφούμενη» Αγάπη είναι εντελώς αλλιώτικη: έγινε εμφανής «μορφή» και θεωρούμενη «εικών» από αγάπη, από αγάπη για σένα και για όλους σαν κι εσένα. Για να μπορεί να ιδωθεί πλήρως και να προσκυνηθεί ολόψυχα. Με το Άγιο Μανδήλιο αντιλαμβάνεσαι τις αναφαίρετες «πτυχές» του μυστηρίου που φανερώνεται αθόρυβα στη ψυχή, αφήνοντας αρυτίδωτο και ατσαλάκωτο το μεγαλείο της θείας Αγάπης. Βλέπεις το θείο Πρόσωπο και σα να γίνεσαι κι εσύ μαζί Του και εξαιτίας Του πρόσωπο. Μια μαλακή πετσέτα, ένα τρυφερό μανδήλι σού επιφυλάσσει με όλη του την καθαρότητα και ιερότητα τη γεύση της «εύμορφης» θείας Αγάπης, γεμάτης παρηγορίας και ουράνιας θωπείας. Ο έσω πόνος και η σκληρή στρεβλότητα του είναι αμβλύνεται, αλλάζει, ξεθωριάζει, εκμηδενίζεται, κατανικάται. Η προσευχή φέρνει επιτέλους την ποθητή θωπεία Του και με τούτο εδώ το Μανδήλιο αισθανόμαστε πραγματικά ότι σπογγίζεται και στεγνώνεται το βουβό δάκρυ, ο ίδρως των αγωνιών μας, ο φόβος της αδυναμίας μας. Τυλίγεσαι με αυτό ή μάλλον αυτό είναι που σε περιζωνύει και σε τυλίγει ολόκληρο και δεν ασφυκτιάς πλέον, βρίσκεις το δροσερό οξυγόνο, τον ευωδιαστό αγέρα και τη μυροβόλα ζωή που δεν είναι ζωή αόρατη και αναφής, μια αιωρούμενη «ιδέα», μια πλάνα «θεωρία», μια ανομολόγητη απάτη, αλλά έχει και είναι Μορφή για σένα, Μορφή χριστοπαραδείσια, γεμάτη θεοπρεπή ησυχία, προσευχητικό βάθος, χριστοπρεπή ομορφιά, μοναδικό θεϊκό μυστήριο. Το Άγιο Μανδύλιο! Χριστοφόρο μάκτρο, σουδάριο και προσόψι στην πνευματική μας βηματισιά και πορεία, παρήγορο σκέπασμα κι αποκούμπι της βαπτισμένης μας καρδιάς και ύπαρξης...

π. Δαμιανός




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 159–162.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

«ΤΟΤΕ ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ…»

«ΤΟΤΕ ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ…»


     Πριν φύγει για μοναχός στην Ιερά Μονή του Διονυσίου – Αγίου Όρους, ο ευλαβής και ενάρετος μοναχός πατήρ Θεόκτιστος Διονυσιάτης (1926–1995) πήγε πρώτα να προσκυνήσει την Μεγαλόχαρη της Τήνου. Διηγείται ο ίδιος με συγκίνηση:
     «Στις 15 Αυγούστου του 1957 βρισκόμουν στην Τήνο, στη χάρη Της. Τότε είδα την Παναγία μας, μαυροφορεμένη να πετάει μέσα στον ναό την ημέρα της πανηγύρεως και να ευλογεί τον λαό. Την είδε όλος ο κόσμος και τα μάτια μας έτρεχαν βροχή από δάκρυα χαράς και κατανύξεως. Όλοι οι χριστιανοί φώναζαν: Παναγία μας! Παναγία μας, σώσε μας!... Ελέησέ μας!.... Έλεγα κι εγώ τότε, δακρυσμένος: Πω! Πω! Ποιος είμαι εγώ που αξιώνομαι να δω την Παναγία μας; Εγώ, ο αμαρτωλός, ο άσωτος, ο διεφθαρμένος της κοινωνίας!...”.
     »Μυστήρια και απερίγραπτα πράγματα έχει η πίστη μας. Χαρά σ’ αυτόν που πιστεύει και αγαπά τον Θεό. Πολλά θαύματα γίνονται τότε. Μεγάλη δουλειά να πιστεύεις στον Θεό και το έλεός Του!».

[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων αγιορειτών του 20ού αιώνος»,
Τόμ. Γ΄, σελ. 1393,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο «ΓΕΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ»

ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο «ΓΕΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ»


     Ο όσιος Ιωσήφ καταγόταν από το χωριό Λιθίνες της Σητείας της Κρήτης και γεννήθηκε το 1799 στα ερείπια της Μονής Καψά, στην νοτιοανατολική εσχατιά της κρητικής γης, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του για να γλυτώσουν από τους Τούρκους. Αγράμματος εξ ανάγκης, έμαθε ωστόσο από στήθους πολλές εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ο παράφορος, βάναυσος, απότομος και βίαιος όμως χαρακτήρας του τον έκανε σιγά-σιγά να λησμονήσει την ευσέβεια της νεότητάς του και οι γονείς του υποχρεώθηκαν να τον στείλουν να δουλεύει σε απομακρυσμένα μέρη για να αποφεύγει τις έριδες με τους Τούρκους κατοίκους του χωριού του. Η απομόνωση όμως αυτή άλλο δεν έκανε παρά να εντείνει τις τάσεις του, και έτσι όταν παντρεύτηκε, η γυναίκα του πάσχιζε απεγνωσμένα να τον διορθώσει.


     Μια Κυριακή πήγε να πουλήσει ένα φορτίο ξύλων στο χωριό συνοδευόμενος από την γυναίκα του που δεν στάθηκε δυνατό να τον πείσει να σεβαστεί την Ημέρα του Κυρίου. Όταν επέστρεψε, βρήκε την μικρή του κόρη καμένη ζωντανή στο αλώνι μπροστά στο σπίτι του. Το γεγονός αυτό συγκλόνισε όλο του το είναι και σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή στην ζωή του. Γύρισε να δουλέψει στο χωριό του και με την ενέργεια της θείας Χάριτος, από σκαιός και βίαιος που ήταν, έγινε υπόδειγμα πραότητας, αγάπης και ευλαβείας. Η άνυδρη γη της ψυχής του, αρδευόμενη έκτοτε από τους ποταμούς των δακρύων του, έφερε τους καρπούς των αγίων αρετών που οικοδομούσαν όλους τους άλλους χριστιανούς.


     Μια μέρα του 1841 έπεσε σε ύπνο βαθύ που κράτησε περισσότερο από σαράντα ώρες. Στο ξύπνημά του θεράπευσε μια γυναίκα παράλυτη και, πιεζόμενος από τις ερωτήσεις των κοντινών του ανθρώπων, διηγήθηκε με εκπληκτική ευφράδεια ότι ένας Άγγελος τον οδήγησε σε έναν εξαίσιο λειμώνα στολισμένο με τα πιο ευώδη φυτά, όπου είδε τις ουράνιες Μονές των εκλεκτών· έπειτα ο Άγγελος τού έδειξε τις τιμωρίες των κολασμένων. Από την ημέρα εκείνη τον επισκίασε η θεία Χάρις και από το στόμα εκείνου του αμόρφωτου ανθρώπου έρρεαν ποταμοί πνευματικών διδαχών.


     Θεράπευσε επίσης πολλούς αρρώστους και έτσι δεν άργησαν να προσέρχονται στο σπίτι του πλήθη πιστών, σε σημείο που οι επιτυχίες του ανησύχησαν τις Αρχές. Ο άνθρωπος του Θεού, που έκτοτε όλοι αποκαλούσαν με σεβασμό «Γεροντογιάννη», κλήθηκε τρεις φορές στο Ηράκλειο από τον Τούρκο διοικητή της Κρήτης, ο οποίος τον απείλησε με φυλάκιση ή εξορία. Όταν όμως εκείνος θεράπευσε τον γιο του πασά, τον άφησαν στην ησυχία του, συμβουλεύοντάς τον ωστόσο να αποφεύγει να συγκεντρώνει γύρω του πλήθη. Εν συνεχεία, ήταν ο επίσκοπος του τόπου, ο Ιεροσητείας Ιλαρίων, που θέλησε να βάλει τέλος στο έργο του οσίου κατηγορώντας τον ως αγύρτη. Μια μέρα που ο ιεράρχης είχε κάνει στάση στο χωριό του Γεροντογιάννη σε μια ποιμαντική επίσκεψή του, διαπίστωσε θυμωμένος ένα πλήθος χριστιανών συγκεντρωμένων γύρω από το σπίτι του. Η φοράδα του επισκόπου, που μόλις είχε γεννήσει, ξαφνικά αφήνιασε και δεν άφηνε να την πλησιάσει ακόμη και το πουλάρι της. Κάλεσαν αμέσως τον Γεροντογιάννη που γιάτρεψε αμέσως το ζωντανό και ο επίσκοπος γεμάτος ευγνωμοσύνη τον ευλόγησε και τον ασπάσθηκε.


     Μετά από επτά μήνες, ο μακάριος, κουρασμένος από τις τιμές και το καλό του όνομα, αποφάσισε να γίνει μοναχός στο μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου του Καψά, όπου είχε γεννηθεί, βαπτισθεί και παντρευτεί. Εγκαταλείποντας την οικογένειά του στην φροντίδα της θείας Πρόνοιας και παίρνοντας μαζί του όλο κι όλο ένα ραβδί, εγκαταστάθηκε στα ερείπια του μοναστηριού. Το φως των αρετών του ωστόσο δεν τον άφησε να ακολουθήσει για πολύ τον ησυχαστικό βίο που επιθυμούσε. Παρά το δυσπρόσιτο του τόπου, οι πιστοί άρχισαν να συρρέουν σε λίγο για να ζητήσουν τις προσευχές του και τις συμβουλές του και βρέθηκε υποχρεωμένος να ανακαινίσει μερικά κελιά για να τους υποδέχεται. Εν συνεχεία, επειδή από τους μαθητές του ζητούσαν να διάγουν μοναχικό βίο υπό την καθοδήγησή του, ανέλαβε την πλήρη ανακαίνιση του μοναστηριού που ολοκληρώθηκε με τεράστιους κόπους, και το 1863 κατόρθωσε να τελεσθούν τα εγκαίνια του ναού και η κουρά του οσίου με το όνομα Ιωσήφ.


     Αφού πέρασε τέσσερα χρόνια (1866-1870) στην Μονή της Αγίας Σοφίας που βρισκόταν σε απόσταση είκοσι περίπου χιλιομέτρων, επέστρεψε στην Μονή Καψά και πέρασε τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του με αυστηρή άσκηση, προκειμένου να ετοιμασθεί για την εκδημία του, την οποία του αποκάλυψε ο Θεός. Παρόλο που η φωνή του μόλις και ακουγόταν εξαιτίας των κακοπαθειών του, δεν έπαψε να δέχεται όλους τους πιστούς που τους κατηχούσε στις ευαγγελικές αρετές και προέτρεπε στην ευσέβεια. Έλεγε συγκεκριμένα: «Χωρίς την αγάπη, όλα είναι μάταια». Επιδαψίλευε στους επισκέπτες του την θεία ευσπλαχνία με τα θαύματά του, αλλά προφήτευε κιόλας τα δεινά που έμελλαν να βρουν την Κρήτη μετά την Επανάσταση και τους αδελφοκτόνους πολέμους. Αφού οδηγήθηκε εν οράματι από έναν Άγγελο στους Αγίους Τόπους, τους οποίους ήταν σε θέση να περιγράψει σαν να τους είχε πράγματι επισκεφθεί, ο μακάριος Ιωσήφ εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Αυγούστου 1874. Στις 7 Μαΐου 1982 έλαβε χώρα η εύρεση των τιμίων λειψάνων του, τα οποία συνεχίζουν να επιτελούν πλήθη θαυμάτων και ιάσεων. Η δε μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωσήφ του «Γεροντογιάννη» αναγνωρίσθηκε επισήμως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2002.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Τῆς Μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα,
ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τῇ ἐρήμῳ Καψᾷ
ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον·
στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν
καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοῖς πανιέροις·
ταῖς πρεσβείαις σου, ἐκβοῶντες,
σῶσον ἡμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος), σελ. 72–74.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΟ

ΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΟ


     Οι επτά αυτοί άγιοι, κατά τις αρχαιότερες εκδοχές του συναξαρίου τους, εμφανίζονται ως νεαροί στρατιώτες, αλλά μεταγενέστερα παρουσιάσθηκαν ως παιδιά, ιδιαίτερα στην εικονογραφική παράδοση. Τα ονόματά τους είναι: Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος και Κωνσταντίνος (ή Ιωάννης) και η θαυμαστή ιστορία τους έχει ως εξής· Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος (250), ερχόμενος από την Δύση, έφθασε στην Έφεσο έδωσε διαταγή να συγκεντρωθεί όλος ο πληθυσμός στους ναούς για να θυσιάσει στους θεούς. Την τρίτη ημέρα των εορτών που διοργανώθηκαν με την ευκαιρία αυτή, ο αυτοκράτορας πρόσταξε να συλληφθούν όλοι οι χριστιανοί. Οι Εβραίοι και οι ειδωλολάτρες της πόλεως βοήθησαν τους στρατιώτες να σύρουν όλους τους πιστούς που έβρισκαν στην αγορά για να τους εξαναγκάσουν να θυσιάσουν. Πολλοί υπέκυψαν μπροστά στην προοπτική των βασανιστηρίων, ενώ όσοι αρνήθηκαν να ενδώσουν θανατώθηκαν δίχως έλεος. Μπροστά σε τόση σκληρότητα ο Μαξιμιλιανός, ο γιος του επάρχου της πόλης, καθώς και άλλοι έξι νέοι επιφανών οικογενειών που υπηρετούσαν ως ευέλπιδες στον στρατό, θλίβονταν και έχυναν δάκρυα, περισσότερο δε για την απώλεια των ψυχών των αποστατών, παρά για τα πάθη των μαρτύρων. Κάθε φορά που αναγγελλόταν η τέλεση μιας θυσίας, αποσύρονταν στην εκκλησία για να προσευχηθούν· η στάση τους όμως αυτή δεν διέφυγε από την προσοχή των εθνικών, οι οποίοι τους κατέδωσαν στον αυτοκράτορα. Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ακόμη και σιδηροδέσμιους τούς έσυραν στο παλάτι. Ο Μαξιμιλιανός πήρε τον λόγο εξ ονόματος όλων για να απαντήσει στον αυτοκράτορα που τους ανέκρινε για τον λόγο της απειθαρχίας τους: «Έχουμε έναν Θεό, η δόξα του Οποίου πληροί τον ουρανό και την γη και προσφέρουμε σε Αυτόν την μυστική θυσία της ομολογίας της Πίστεως και των αδιάλειπτων προσευχών μας». Ο Δέκιος εξοργισμένος πρόσταξε να τους αφαιρέσουν τις ζώνες τους, ένδειξη του αξιώματός τους, και υποκρινόμενος ότι τους λυπήθηκε, διέταξε να λύσουν τα δεσμά τους και να τους δώσουν μερικές ημέρες προθεσμία για να το ξανασκεφθούν, ενώ εκείνος θα απουσίαζε από την πόλη.

     Αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, οι επτά νέοι αποφάσισαν να κρυφτούν σε μια μεγάλη σπηλιά ανατολικά της πόλεως, με σκοπό να προετοιμασθούν εκεί στην ησυχία και την προσευχή, για να εμφανισθούν πάλι ενώπιον του τυράννου. Κατά τις ημέρες της διαμονής τους στο ασκητήριο εκείνο ανατέθηκε στον νεώτερο μεταξύ τους, τον Ιάμβλιχο, η φροντίδα του φαγητού και για τον λόγο αυτό κατέβαινε πότε-πότε στην πόλη.


     Επιστρέφοντας στην Έφεσο ο Δέκιος έδωσε διαταγή να φέρουν ενώπιόν του τους επτά νέους κρατούμενους για να τους προτείνει να θυσιάσουν. Μαθαίνοντας το νέο οι επτά νέοι ενέτειναν τις προσευχές τους. Ανάλωσαν τόσες δυνάμεις, ώστε όταν βράδιασε κάθισαν για να φάνε το ψωμί που είχε φέρει ο Ιάμβλιχος και από την κούραση και την αγρυπνία κοιμήθηκαν. Έτσι, από θεία Πρόνοια παρέδωσαν την ψυχή τους με την προσευχή στα χείλη.

     Καθώς οι νέοι χριστιανοί δεν μπορούσαν να βρεθούν πουθενά, ο Δέκιος έξαλλος πρόσταξε να ανακριθούν οι γονείς τους, οι οποίοι αποκάλυψαν την τοποθεσία του κρησφύγετου και έστειλε άνδρες για να φράξουν την είσοδο της σπηλιάς έτσι ώστε οι άγιοι να πεθάνουν από ασφυξία. Οι λειτουργοί που επιφορτίσθηκαν με το καθήκον αυτό, Θεόδωρος και Βάρβος, που ήσαν εν κρυπτώ χριστιανοί, εκτέλεσαν την διαταγή παρά την θέλησή τους και κατόπιν έλαβαν πρόνοια να χαραχθεί η διήγηση του μαρτυρίου των επτά νέων πάνω σε μολυβένιες πλάκες που τοποθετήθηκαν σε ένα σεντούκι, το οποίο και έκρυψαν εκεί κοντά.


     Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα, κατά την βασιλεία του Θεοδοσίου του Νέου (περί το 446), μία αίρεση που αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών ήλθε να σπείρει τον διχασμό στην Εκκλησία. Με την υπόθαλψη του επισκόπου Αιγαίου, Θεοδώρου, η γνώμη αυτή έσυρε πλήθος ψυχών στην απώλεια, έτσι που ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος παρακάλεσε τον Θεό με δάκρυα να φανερώσει την αλήθεια. Τότε λοιπόν ο ιδιοκτήτης του κτήματος όπου βρισκόταν η σπηλιά των επτά μαρτύρων, κάποιος Αδάτιος ή Αδόλιος, αποφάσισε να φτιάξει μάνδρα για τα ποίμνιά του. Καθώς έβγαζε τις πέτρες, άνοιξε την είσοδο της σπηλιάς και αμέσως οι επτά νέοι επανήλθαν στην ζωή σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη μέρα, χωρίς να έχουν αλλάξει στο παραμικρό, ούτε να έχουν υποστεί κάτι κατά τον μακροχρόνιο αυτόν ύπνο. Η συζήτησή τους ξανάπιασε αμέσως το θέμα του διωγμού και της προοπτικής της δημόσιας θυσίας που διέταξε ο Δέκιος. Ο Μαξιμιανός πήρε τον λόγο λέγοντας: «Αδελφοί μου, αν μας πιάσει ο Δέκιος, να σταθούμε γενναία μπροστά στους διώκτες και μην προδώσουμε από δειλία την Πίστη μας. Εσύ, Ιάμβλιχε, πάρε αυτά τα νομίσματα και πήγαινε στην πόλη να αγοράσεις ψωμί. Να πάρεις λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως γιατί πεινάμε, και με την ευκαιρία να μάθεις τι γίνεται με τις έρευνες που κάνει ο αυτοκράτορας για μας».


     Φθάνοντας στην είσοδο της πόλης ο Ιάμβλιχος έμεινε άναυδος βλέποντας το σημείο του Σταυρού σε όλες τις πόρτες. Μην αναγνωρίζοντας ούτε ανθρώπους ούτε οικοδομήματα, αναρωτήθηκε αν ονειρευόταν ή αν είχε μπει σε άλλη πόλη. Στην αγορά αγόρασε ψωμί, αλλά όταν έδωσε τα χρήματα στον φούρναρη, αυτός τον κοίταξε προσεκτικά και τον ρώτησε μήπως είχε βρει κανέναν παλαιό θησαυρό, διότι τα νομίσματα έφεραν το ομοίωμα ενός αλλοτινού αυτοκράτορα. Στα λόγια αυτά ο Ιάμβλιχος άρχισε να τρέμει από τον φόβο του και, νομίζοντας ότι θα τον παρέδιδαν στον αυτοκράτορα, ήθελε να το βάλει στα πόδια. Οι πωλητές όμως τον κράτησαν και απείλησαν να τον σκοτώσουν αν δεν μοιραζόταν μαζί τους τον θησαυρό και, βάζοντάς του μια θηλιά στον λαιμό, τον έσυραν στην αγορά.


     Την στιγμή εκείνη η ομάδα συνάντησε τον ανθύπατο που πήγαινε να επισκεφθεί τον επίσκοπο Στέφανο. Μαθαίνοντας τον λόγο της αναταραχής, ο άρχοντας ρώτησε τον Ιάμβλιχο πώς είχε βρει τον θησαυρό αυτό και πού τον έκρυβε. Ο νέος αποκρίθηκε ότι δεν είχε βρει τίποτα και ότι είχε τα νομίσματα τούτα από τους γονείς του. Κι όταν τον ρώτησαν ποια ήταν η πατρίδα του και ποιοι οι γονείς του, απάντησε: «Είμαι από ’δω, αν αυτή η πόλη είναι η Έφεσος, και οι γονείς μου είναι οι τάδε». Τα ονόματα αυτά ήσαν άγνωστα στον ανθύπατο και όλως ασυνήθιστα, οπότε εξοργισμένος κατηγόρησε τον Ιάμβλιχο ότι ήθελε να τον εξαπατήσει, αφού αυτά τα διακοσίων χρόνων νομίσματα μαρτυρούσαν ότι όντως είχε βρει θησαυρό. Ο Ιάμβλιχος έπεσε τότε στα πόδια του και τον ικέτευσε να του φανερώσει πού ήταν ο αυτοκράτορας Δέκιος. Όταν του απάντησαν ότι εκείνος είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, πρότεινε στον ανθύπατο να τον ακολουθήσει στην σπηλιά για να του δείξει ότι είχαν καταφύγει εκεί με τους συντρόφους του για να ξεφύγουν από τον διωγμό του Δεκίου.


     Ο ανθύπατος, συνοδευόμενος από τον επίσκοπο και μεγάλο πλήθος, μετέβη τότε στην σπηλιά, όπου βρήκαν τις μολυβένιες πλάκες που έφεραν τα ονόματα των νέων. Όλοι αναγνώρισαν τότε το θαύμα και ανέπεμψαν κραυγές ευχαριστίας. Ο ανθύπατος και ο επίσκοπος έγραψαν τότε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο ότι η θαυμαστή εμφάνιση των επτά αυτών νέων, που είχαν πεθάνει πριν από τόσα χρόνια, ήταν μία ολοφάνερη απόδειξη της ανάστασης των σωμάτων. Ο αυτοκράτορας έσπευσε στην Έφεσο, επισκέφθηκε τους νέους και έλουσε με τα δάκρυά του τα πόδια τους. Αφού διηγήθηκαν επί μακρόν την ιστορία τους στον ηγεμόνα και στους παρόντες επισκόπους, ο Μαξιμιλιανός και οι συν αυτώ έγειραν γλυκά σαν νυσταγμένοι στην γη και εκοιμήθησαν οριστικά τον ύπνο του θανάτου.


     Ο Θεοδόσιος πρόσταξε να κατασκευαστούν επτά χρυσοί σαρκοφάγοι και να τιμηθούν οι άγιοι νέοι με μεγάλες γιορτές στις οποίες προσκλήθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Εφέσου, πλούσιοι και φτωχοί. Την επόμενη νύχτα ωστόσο οι άγιοι εμφανίσθηκαν σε αυτόν για να του ζητήσουν να αφήσει τα σώματά τους καταγής μέσα στην σπηλιά εν αναμονή της κοινής αναστάσεως. Το σπήλαιο των Επτά Παίδων, που κατά την παράδοση ταυτίσθηκε με εκείνο στο οποίο η Μαρία η Μαγδαληνή παρέδωσε το πνεύμα, έγινε περίφημος τόπος προσκυνήματος. Η τιμή τους διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο και βρίσκεται ακόμη και στην ισλαμική παράδοση. Μάλιστα, τους αποδίδεται η εξαίρετη χάρη να θεραπεύουν την δεινή νόσο της αϋπνίας και να φέρνουν τάχιστα τον νυσταγμό στα βλέφαρα των πασχόντων που προσέρχονται προς αυτούς με πίστη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες,
πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὔπνον,
οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἑπτάριθμοι Μάρτυρες·
καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν,
τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν·
ὅθεν ἅπαντες,
συμφώνως τούτους τιμήσωμεν,
δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ τὰ τοῦ κόσμου ὡς φθαρτὰ παριδόντες,
καὶ τὰς ἀφθάρτους δωρεὰς εἰληφότες,
διαφθορᾶς διέμειναν
θανόντες παρεκτός·
ὅθεν ἐξανίστανται,
μετὰ πλείονας χρόνους,
ἅπασαν ἐνθάψαντες,
δυσμενῶν ἀπιστίαν·
οὓς ἐν αἰνέσει σήμερον πιστοί,
ἀνευφημοῦντες,
Χριστὸν ἀνυμνήσωμεν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
 Δόγμα ἀκυροῦται νεκροποιόν·
οἱ γὰρ θεῖοι Παῖδες,
ἀναστάντες ἐκ τῶν νεκρῶν,
ἐδήλωσαν πᾶσι,
τὴν μέλλουσαν γενέσθαι,
ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ,
βροτῶν ἀνάστασιν.


—ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ—
εἰς ἀσθενῆ καὶ μὴ ὑπνοῦντα.

Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
     Θεὸς ὁ μέγας καὶ αἰνετὸς καὶ ἀκατάληπτος καὶ ἀνεκδιήγητος, ὁ πλάσας τὸν ἄνθρωπον τῇ χειρί σου, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς· καὶ τῇ εἰκόνι τῇ σῇ τιμήσας αὐτόν, Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ἐπιπόθητον ὄνομα, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, ἐπιφάνηθι ἐπὶ τὸν δοῦλον σου (τόνδε) καὶ ἐπίσκεψαι αὐτὸν ψυχῇ καὶ σώματι, δυσωπούμενος ὑπὸ τῆς πανενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας· τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων ἀσωμάτων· τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τῶν ἐν Ἀγίοις Πατέρων ἡμῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ, καὶ πάντων τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν· τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος καὶ πάντων τῶν ἁγίων Μαρτύρων· τῶν Ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, Ἀντωνίου, Εὐθυμίου, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, Ὀνουφρίου, Ἀρσενίου, Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ, καὶ πάντων τῶν Ὁσίων· τῶν ἁγίων καὶ ἰαματικῶν Ἀναργύρων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, Κύρου καὶ Ἰωάννου, Παντελεήμονος καὶ Ἑρμολάου, Σαμψὼν καὶ Διομήδους, Θαλελαίου καὶ Τρύφωνος, καὶ τῶν λοιπῶν· τοῦ Ἁγίου (τοῦδε), καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων· καὶ δὸς αὐτῷ ὕπνον ἀνέσεως, ὕπνον σωματικὸν ὑγείας, καὶ σωτηρίας, καὶ ζωῆς, καὶ ῥῶσιν ψυχῆς καὶ σώματος· καὶ ὡς ἐπεσκέψω ποτὲ Ἀβιμέλεχ τὸν θεράποντά σου ἐν τῷ ἀγρῷ τοῦ Ἀγρίππα, καὶ ἔδωκας αὐτῷ ὕπνον παραμυθίας, τοῦ μὴ ἰδεῖν τὴν πτῶσιν Ἰερουσαλήμ, καὶ τοῦτον κοιμήσας ὕπνῳ θρεπτικῷ, καὶ πάλιν τοῦτον ἀναστήσας ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ, εἰς δόξαν τῆς σῆς ἀγαθότητος· ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁγίους σου καὶ ἐνδόξους ἑπτὰ Παῖδας, ὁμολογητὰς καὶ μάρτυρας τῆς σῆς ἐπιφανείας ἀναδείξας, ἐν ταῖς ἡμέραις Δεκίου τοῦ βασιλέως καὶ ἀποστάτου, καὶ τούτους κοιμίσας ἐν σπηλαίῳ ἔτη τριακόσια ἑβδομήκοντα δύο, ὡσεὶ βρέφη θάλποντα ἐν τῇ νηδύϊ τῆς αὐτῶν μητρός, καὶ μηδόλως ὑπομείναντας φθοράν, εἰς ἔπαινον καὶ δόξαν τῆς φιλανθρωπίας σου, εἰς ἔνδειξιν καὶ βεβαίωσιν ἡμῶν τῆς παλιγγενεσίας καὶ ἀναστάσεως πάντων. Αὐτὸς οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, πάρεσο καὶ νῦν διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ ἐπίσκεψαι τὸν δοῦλόν σου (τόνδε), καὶ δώρησαι αὐτῷ ὑγείαν, ῥῶσιν καὶ εὐρωστίαν διὰ τῆς σῆς ἀγαθότητος, ὅτι παρὰ σοῦ ἐστι πᾶσα δόσις ἀγαθή, καὶ πᾶν δώρημα τέλειον. Σὺ γὰρ εἶ, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


—ΕΤΕΡΑ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ—
εἰς ἀσθενῆ καὶ μὴ ὑπνοῦντα.

Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
     Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ποιῶν μεγάλα καὶ θαυμάσια, ὁ ποιήσας ἔνδοξα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, ὁ τοῖς ἁγίοις σου ἑπτὰ Παισὶ τὸν ὕπνον, πρόξενον σωτηρίας, χαρισάμενος εἰς τὸ ἐκφυγεῖν τοῦ παρανόμου βασιλέως τὴν ἀπειλήν, αὐτὸς καὶ τῷ δούλῳ σου (δεῖνι) δὸς ὕπνον γλυκὺν καὶ ῥῶσιν σώματος· εἰ καὶ ὡς ἄνθρωπός τι τῶν ἐντολῶν σου παρέβη, συγχώρησον, Κύριε, καὶ ἀνάστησον καὶ φώτισον αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ καθάρισον αὐτὸν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ διαφύλαξον αὐτὸν τῇ σῇ χάριτι, σῶον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα, ῥυόμενος ἀπὸ παντὸς κακοῦ καὶ πάσης ἐνεργείας σατανικῆς τὸ πλᾶσμά σου, πρεσβείαις τῆς ἀχράντου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου. Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
  

[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 33–36.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
(2) «Μικρόν Ευχολόγιον»,
Μέρος 7ο («Ακολουθίαι και Ευχαί»),
σελ. 347–349,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα, 200717.
(3) «Ευχολόγιον Α΄»,
Μέρος Β΄, Κεφ. Β΄, §11, σελ. 165,
Έκδοσις
Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας,
Άγιον Όρος, Δεκέμβριος 20011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.